Hē En Athēnais Archaiologikē Hetaireia   [Hrsg.]
Archaiologikē ephēmeris: periodikon tēs en Athēnais Archaiologikēs Hetaireias — 1910

Seite: 199
Zitierlink: i
http://digi.ub.uni-heidelberg.de/diglit/aephem1910/0110
Lizenz: Creative Commons - Namensnennung - Weitergabe unter gleichen Bedingungen
facsimile
199

Μυκηναϊκοί τάφοι: α') έν Αυγινή" ύπο ~Ά. Δ. Κεραμοπούλλον.

200

νων των ύπο του κ. Ε. ΟιιιΊϊυδ καϊ έμοΟ έπιπό-
νως 1 άπομονωθέντων ψαθυρών μεγάλων οστών,
ήτό ποτε προφανώς «όκλάζων» ύπτίως, ήτοι είχε
τεθή ύπτιος έν ώ τά πέλματα έπάτουν, τα δέ γόνατα
ήσαν εις ύψος' υνετά τήν διάλυσιν τών σαρκών ή
κεφαλή ε'πεσεν έπΐ της δεξιάς παρειάς ώς και τά
οστά τών ποδών άλλα τά όστα τών χειρών και αί
πλευραι έμειναν εκατέρωθεν της σπονδυλικής στή-
λης κανονικώς. "Αν Ό νεκρός άρ/ήθεν ήθελε τεθή
επί της δεξιάς πλευράς, τά όστα. της άριστερας
χειρός δεν θά έ'κειντο παραπλεύρως, οΰδ' αί πλευ-
ραΐ θά διεγωρίζοντο εύτάκτως προς δεξιά και αρι-
στερά τών σπονδύλων, άλλά θά ήσαν επάλληλα
ατάκτως πως. Τοιαύτη ύπτια, οία λέγεται ανω-
τέρω, ήτο ή θέσις τών νεκρών εντός λαρνακών έν
Άρτσα καϊ άλλαχοϋ' της Κρήτης 2, άλλά και έκτος
τών λαρνάκων εις τον έν Μουλιανοΐς τάφον 3, όμοια
δ' ίσως έν Μυκήναις, Έπιδαύρω και Ναυπλία,
ενθα ό Στάης και ό Τσούντας δέχονται τους νε-
κρούς άνακαθημένους 4.

1 Ποσόν δυσχερής ε!νε η βεβαίωσις της θέσεως τών νεκρών έν βε-
βλαμμένοις τοιούτοις τάφοις πρβ. και Τσούνταν, Αρχ. Έφ. 1888,
132. νο!Ι§Γ3ίί, ΒΟΗ 1904, 391.

8 Ξανθουδίδης, Άΰηνά 1904, 334. Άρχ.Έφ. 1904, 5 έξ. νοη
ϋιιΐιη ΑνοΗίν ΐ. ΕβΙί^ίοηβυ). XII (1909), 163, 180.

3 Άρχ. Έφ. ε. ά. 39-40.

* 'Λρχ. Έφ. 1888, 132, πρβ. 1885, 40-2. Μυκψαι 113-4,
139. Πρακτικά 1892, 52. Προϊοτ. άκροπ. 141, 152, 1. Όμοίαν
προς τήν έν Αίγίνη παρατήρησαν μου έκαμα και έν άρχαϊκώ τάφω
τών Δελαών του β'ήμίσεος του 6ον αϊ. π.Χ.) περιέχοντι δύο νεκρούς,
είκοσάδα αγγείων (ληκύθων τό πλείστον) μελανόμορφων και 6 άγγεϊα
μικρά υάλινα πολύχρωμα συντετριμμένα. Αμφότεροι οί νεκροί ειχον
κεκαμμένα τά σκέλη, ό εις εκείτο έπ'ι του έτερου, τά δέ υάλινα αγγεία
ήσαν κατά τό πλείστον εις στενήν συνάφειαν μετά τών οστών τοϋ
κάτω νεκροΰ. Αναμφιβόλως ό νεκρός ούτος και τά υάλινα άγγεϊα
ήσαν παλαιότερα πως τοΰ έτερου συγγενούς βεβαίως νεκροΰ πρβ.
77αυσ.7,22,6 έξ.) και τών λοιπών ευρημάτων. Κατά ταϋτα ή τοιαύτη
θέσις τών νεκρών έν τω τάφω, ήτις ητο πανάρχαια, διετηρεϊτο κατά
τόπους και μέχρι τέλους τοΰ ζ" αί. π.Χρ. — Ή κεφαλή και χωρ^ς νά
δε·/θώμ3ν, ότι έστηρίζετο έπί προσκεφαλαίου, κατ' ανάγκην πίπτει έπί
τήν έτέραν τών παρειών μετά τήν διάλυσιν τών σαρκών, άτε μή
έ'·/ουσα βάσιν έπίπεόον εις τό οπίσθιον μέρος τοΰ κρανίου. Και άν δέ
παρά τοΰτο ήθελεν ισορροπήσει, μικρόν τεμάχιον χώματος πίπτον έκ
της οροφής, θά ήδύνατο νά καταστρέψη τήν ίσορροπίαν ταύτην (πρβλ.
Εναη8, ΡτβΜ$ί ίοηώα 10, 45;. Ή Οέσις της κεφαλής έπί τής
ετέρας παρειάς τών υπτίων νεκρών έν τοις μεταμυκηναϊκοΐς τάφοις,
τοις πεπληρωμένοις χωμάτων, εινε, νομίζω, άλάνθαστον τεκμήριον,
οτι ό νεκρός είχε τεθή έντός κλειστής ξυλίνης θήκης στεγανής και
άντισ/ούσης εις τήν σήψιν μακρότερον χρόνον ή αί σάρκες τοΰ νεκροΰ.
"Αν ούτος 8έν είχε ταφή ούτω, τότε τά χώματα, άτινα ήθελον κα-
λύψει τόν νεκρόν, θά έστερέουν νπτίαν τήν κεφαλήν κα\ δεν θά εύρί-
σκετο αύτη κατά τήν άνασκαφήν έν θέσει διεστραμμένη ώς πρός τόν
λοιπόν σκελετόν, άδυνάτιυ άλλως έν τη φύσει. Τοιαύτη ήτο ή θέσις
τής κεφαλής έν τάφω τοΰ ς' αί. π.Χρ. έν 'Ριτσώνα τής Βοιωτίας

Φαίνεται λοιπόν άληθώς, οτι οί «οκλαδόν» ήτοι
μετά κεκαμ,μένων σκελών ταφέντες νεκροί άμα τη
έκπνοή καϊ προ τής ψύξεως και τής άκαμψίας του
σώματος έτίθεντο έν τοις προχειροτάτοις κατ'οϊκον

άνασκαφέντι τω 1909 άλλά μή δημοσιευθέντι εισέτι ύπο τών άνασκα-
ψάντων κκ. ΒΐΙΙΤΟ'ννΒ και ΙΙγθ (πρβ. Αηη. Β. 8. Αίΐιβηβ 1907,
σ. 226 έξ. ^. ΗβΙΙ. 8ί. 1909. σ. 308 έξ.). Ό τάφος περιείχε πολ-
λούς άρυβάλλους. Ό νεκρός ήτο ύπτιος, ή κεφαλή άνεπαύετο έπ\ τής
αριστεράς παρειάς, αί δέ χείρες ήσαν παραλλήλως πρός τόν κορμόν.
Ή φυσική θέσις τών οστών τοΰ νεκροΰ έν τε τω τάφω τούτω και τω
τών Δελφών, μή ούια διατεταραγμένη, δεικνύει, ό'τι τό κλειστόν κιβώ-
τιον, έν ώ εκείτο ό νεκρός, δεν ειχε πόδας υψηλούς. "Αν ειχε τοιού-
τους πόδας, θά συνέβαινε διατάραξις τοΰ σκελετού, οτε, σηπομένων
τών ποδών τοΰ κιβωτίου, θά κατέπιπτεν ούτος έπί τοΰ έδάφους τοΰ
τάφου. Σήμερον έν τή πατρίδι μου έν Μακεδονία τά κιβώτια τών νε-
κρών ού μόνον ποδών στερούνται, άλλά και έ'χουσιν έπίτηδες τόν πυ-
θμένα σχεδόν άνοικτόν, συζευγνυομένων τών πλευρών δι" ολίγων (4 ή 5)
στενών (πλ.ΟΊΟ περίπου! σανίδων. Τά κιβώτια ταύτα έχοντα τόν νε-
κρόν τίθενται κατά τήν έκφοράν έπ'ι μείζονος κλίνης, «νεκροκρεδάτου»
καλουμένου, έχοντος τεσσάρας πόδας και άνά δύο άνάφορα στερεά έμ-
προσθεν και ό'πισθεν, δι* ών δύνανται 4.άνδρες νά φέρωσιν έπ'ι τών
ώμων ασφαλώς τόν νεκρόν εις τό πολλάκις μακράν κείμενον νεκρο-
ταφεων. Δι' έκαστον νεκρόν κατασκευάζεται ίδιον κιβώτιον, Ιν ώ τό
νεκροκράββατον υπάρχει κτήμα τής εκκλησίας· δύναται δε νά παρα-
βληθή πρός τά νεκροκράββατα τής γεωμετρικής περιόδου τά εικονιζό-
μενα έπί τών αγγείων του Διπύλου τών παριστώντων έκφοράς. Ότι
έπί τών νεκρών έν τοις τάφοις τής 'Ριτσώνας δεν εύρέθησαν άγγεϊα,
εξηγείται ίσως έκ τοΰ σχήματος τοΰ καλύμματος τοΰ νεκρικού κιβω-
τίου, όπερ θά έμιμεϊτο άμφικλινή στέγην ώς εις τούς λίθινους σαρκο-
φάγους τών Αλεξανδρινών και τών "Ρωμαϊκών χρόνων και τούς ξύ-
λινους νΰν.Έπί τοιούτου καλύμματος, οπερ πιθανώς θά ήτο κεκοσυ,η-
μένον, τούτο μέν δέν ήτο εύ'κολον, τούτο δέ δεν θά ένομίζετο πρέπον
νά τεθώσι κτερίσματα· άλλως, ώς φαίνεται έκ «μυκηναϊκών» τάφων
τής Κρήτης άνασκαφέντων ύπό τοΰ Ξανθουδίδου (Άρτσά) καϊ υπό
τοΰ Εν&Π8 (Ρΐ'βΐΐΐδί. ίοίπΐΐβ). έπί τών επιπέδων καλυμμάτων τών
λαρνάκων έτίθεντο άγγεϊα. Ο! τάφοι τής 'Ριτσώνας έκλείοντο διά
σανίδων ή δοκών καλυπτόντων τόν τετράγωνον χώρον, έν ώ ήσαν
τό ξύλινον νεκροφόρον κιβώτιον και τά άγγεϊα. Αί σανίδες ή αί δοκοί
αύται βεβαίως δέν ήτο δυνατόν νά κλείωνται τόσον έρμητικώς, ό'σον
τό καθ' ήσυχίαν τινά κατασκευαζόμενον εύ'πηκτον κιβώτιον, επομένως
δέ ήδύνατο δι' αυτών νά διαρρέη εις τόν τάφον χώμα, οπερ ταχέως
θά έστερέου τήν κεφαλήν ΰπτίαν, άν τοιαύτη ήτο ή άρχική θέσις αυ-
τής και δέν εκείτο ό νεκρός έντός τοΰ εΰπήκτου κιβωτίου. "Οτε έσά-
πησαν αί στεγάζουσαι τόν τάφον δοκοί ή σανίδες, τά ύπερκείμενα
χώματα είσέρρευσαν εις τόν κοίλον τάφον, συντρίψαντα πολλά έν αύτω
κτερίσματα. Πρό της" σήψεως τά χώματα έκεΐνα έσχημάτιζον βεβαίως
μικρόν έπί τοϋ τάφου τύμβον, όστις δύναται νά ληφθή ώς ό πλησιέ-
στερος πρόγονος τών τύμβων τής Άλεξανδρεωτικής και τής "Ρωμαϊ-
κής έποχής έν Βοιωτία, οδς γινώσκομεν έκ πωρίνων πλακών τοϋ μου-
σείου τών Θηβών και τής Τανάγρας (όρα Παναθήναια 1909, σ. 283,
είκ. 1). Περί τών τάφων τοΰ Διπύλου ουδαμώς πρέπει νά ληφθή ώς
βέβαιον, ότι δέν εΐχον ξυλίνας λάρνακας έντός επειδή ευρέθη έν έν'ι
τούτων ορ&ιος εις τρίπους μετά λέβητος (ΑΙΙΐ. Μ'Ιί. XVIII, 1893,
414 έξ. πίν. XIV. Ροαίββη Όϊρ^Ιοη^ναϋβτ 22. Βυιτο\ν3 3ΐΐ(Ι
ϋΓβ έν Αηη. ο/1. ΙΗβ Βν. 8ο. ΑΙΚ. XIV (1907-8, 244). Διότι
παρά τούς πόδας ή τήν κεφαλήν ύπήρχεν ικανός χώρος, ίνα στηθή εις
τρίπους, δέν αποκλείεται δέ, καίπερ άπίθανος, και ή εκδοχή, ότι
άγγείον μετάλλινον και επομένως βαρύ, τεθέν τυχόν έν τή λάρνακι
έπί τοΰ σώματος τοΰ νεκροΰ, προσεπόρισεν έαυτω εύστάθειαν διά τοΰ
ιδίου βάρους έπ'ι τών σηπομένων σαρκών (όρα σ. 201 σημ. 2).
loading ...