Hē En Athēnais Archaiologikē Hetaireia   [Hrsg.]
Archaiologikē ephēmeris: periodikon tēs en Athēnais Archaiologikēs Hetaireias — 1914

Seite: 35
Zitierlink: i
http://digi.ub.uni-heidelberg.de/diglit/aephem1914/0042
Lizenz: Creative Commons - Namensnennung - Weitergabe unter gleichen Bedingungen
facsimile
,ΑΕ 1914

Τό έν τΫ\ τέχνγι τετράγωνον υπό Φ. Βερσάκη.

35

λοιπόν και το άνάγλυφον τοΰτο τά δύο στάδια του
πρώτου καί κατέληςεν εις πλαστικήν οιαμόρφωσιν
της όψεως, διάφορον μεν τών οστείνων καί πώρι-
νων της Σπάρτης, φυσικωτέραν δηλ. και άπαλω-
τέραν, άλλα διατηρήσασαν την άναλογίαν κατά
την μη μέχρι του βάθους άποστρογγύλωσιν τοΟ
περιγράμματος και της όψεως.

Το τελευταΐον ακριβώς καθιστά εμφανή τήν
άφετηρίαν του ανάγλυφου.

Ή πλαστικότης του ανάγλυφου της πύλης τών
λεόντων και το έπιπεδόμορφον τών στηλών, κα-
τ' ούσίαν διάφορα, δεικνύουσιν ή δτι ύπήρχον διά-
φοροι τάσεις έν τη τέχνη ή δτι ή άναλογι'α της
πλαστικής άνελίςεως εξικνείται μέχρι του δευτέ-
ρου μόνον σταδίου του ανάγλυφου, τοΰ γωνιώδους
έπιπεδομόρφου έκτύπου, μεθ' ό ή τέχνη άλλην
έτρέπετο κατεύθυνσιν. Νομίζω όμως ότι συνέβη
το ποώτον τους λόγους πειράσομαι νά εξηγήσω
κατωτέρω.

Γεγονός όμως είναι ότι έν τή μυκηναϊκή τέχνη
παρατηρούνται δυο πλαστικαί εκφάνσεις και κα-
τ'άκολουθίαν θεωροΰντες άπολύτως, μεταφέροντες
δηλ. καϊ έφαρμό'ζοντες τήν Οεωρίαν του ϋ,θθΛνγ και
επί τών χρόνων τούτων, ήΟέλομεν* διακρίνη δύο
αντιλήψεις ώς προς τήν φαινομενικήν μορφήν τών
άντικειμένων, τήν έπίπεδον και τήν πλαστικήν έν
ταύτώ'

Διότι έπ'ι τών λοιπών γλυπτών της τέχνης ταύ-
της, πλήν τίνων έγχαράκτων οστείνων, ουδέ ίχνος
παρατηρείται της επιπέδου άντιλήψεως.

Ορμώμενοι από τών χρόνων τούτων ήΟέλομεν
ευρη εσφαλμένην και τήν Οεωρίαν τοΟ ΗΠάθβΓ&ηά
έφ' ής στηρίζεται ή όλη άντίληψις του ί,οβνιγ,
καθ' ήν το άνάγλυφον βασίζεται έπι της έντυπώ-
σεως του μακρόθεν όρωμένου αντικειμένου (ε. ά.
62). Και τούτο (λέγει ό Η.), διότι ό έπίπεδος αυ-
τού χαρακτήρ είναι απόρροια της έντυπώσεως, ήν
έ'χομεν παρατηροΰντες μακρόθεν τά άντικείμενα'
καί, έπειδή τό πλήρες Έλληνικον γλυπτον δια-
τηρεί έπίπεδον μορφήν καθ' όλας τάς όψεις, ανά-
γει δηλ. εις έπίπεδον συγκεντρούμενα πολλά ση-
μεία, ερείδεται και τούτο επί τής εννοίας του άνα-
γλύφου (ε.ά. 58). Ή ουσιώδης όμως διαφορά τών
διττοί) τοόπου μυκηναϊκών άναγλύφων καϊ τών
πανταχόθεν γλυπτών προς τά αρχαϊκά καταρρί-

πτει παντελώς τήν δευτέραν Οεωρίαν καί, ταύτης
καταπεσούσης, καθίσταται, και άνευ τών άλλων
λόγων, προβληματική ή άλήθεια τής πρώτης.

Άν ή άπομάκρυνσις τοΰ αντικειμένου προκαλεί
την έντύπωσιν τής έπιπεδώσεως αύτοΰ, προκαλεί
ούχ ήττον και τήν σμίκρυνσιν συγχρόνως. Αί δύο
οέ αύται φαινομενικώς πηγάζουσαι οπτι/.αί ιδιότη-
τες είναι άδιάσπαστοι άπ' άλλήλων, παρά τήν αντί·
θετον γνώμην του ΗΠάββΓαηά (ε. ά. 61*).Ή σμί-
κρυνσις όμοκ ουδόλως λαμβάνεται ύπ όψιν έν τώ
Ελληνικώ άναγλύφω ώς οπτικόν φαινόμενον, δηλ.
το μέγεθος είναι άσχετον προς τήν εννοιαν ταύτην
(τήν άπόστασιν), κατά λογικόν δέ συμπέρασμα και
ή άδιαίρετος έτέρα ίδιότης (το έπίπεδον). Και κατά
ταύτα καϊ το άνάγλυφον δεν έοείδεται έπι της έν-
νοίας του μακρόθεν όρωμένου.

Ο Ηί1(1θΙ)Γ£ΐηά όμως παραδέχεται ότι ή συνεί-
δησις μόνον τό πρώτον οπτικόν φαινόμενον δέχεται
(το έπίπεδον) καϊ ότι δεν διατηρεί τό δεύτερον (τήν
σμίκρυνσιν). Τοΰτο δέ μόνον ανεπτυγμένη συνεί-
δησις συλλαμβάνει, άλλά δεν λαμβάνει ύπ οψιν.
Πάλη, ώς βλέπει ο αναγνώστης, κατά παντός λο-
γικού νόμου ! Τά επιχειρήματα ταύτα έπαναφέ-
ρουσιν εις τήν άντίληψιν τής νηπιώδους ή άγριας
διαθέσεως του τεχνίτου καί τοΟ θεατού. Τά πρά-
γματα όμως άποδεικνύουσι τά άντίθετα.

ΤΙ έννοια του άναγλύφου πηγάζει τουναντίον έκ
τής άντιλήψεως, καθ' ήν μέρος τών όρωμένων αν-
τικειμένων καθίσταται αφανές, όταν ή παρατή-
ρησις όρμάται εξ ενός σταθερού σημείου. Ο περι-
βάλλων το άντικείμενον πραγματικός χώρος δύνα-
ται τότε νά παράσχη τήν έντύπωσιν του βάθους.

Προς τούτον δέ ακριβώς συμπίπτει καί ό περι-
βάλλων τάς μορφάς τοΟ άναγλύφου χώρος, το βά-
θος δηλονότι, έφ' ου ταύτα ερείδονται, έν ώ έν τώ
Άλεξανδρινώ άναγλύφω καί τοις τούτω όμοίοις
τό βάθος είναι ιδεατός χώρος ώς και αί μορφαί

[1%ΡΡ8 ΑΒίϊΐθίίΐί 1906, 222 κέ.).

Ή έπι επιπέδου λοιπόν εις γεωμετρικήν γραμ-
μικήν παράστασιν άπλοποίησις τής μορφής δεν
προκύπτει έκ τής τότε διά τής παρατηρήσεως σχη-
ματισθείσης άντιλήψεως περί τοΰ φαινομενικού ή
πραγματικού σχήματος τών άντικειμένων, άλλά
προκύπτει διότι αύτη είναι φυσικώς ή στοιχειώδης
άρχή πάσης αναπαραστάσεως. Απορρέει δηλονότι
loading ...