Hē En Athēnais Archaiologikē Hetaireia   [Hrsg.]
Archaiologikē ephēmeris: periodikon tēs en Athēnais Archaiologikēs Hetaireias — 1914

Seite: 210
Zitierlink: i
http://digi.ub.uni-heidelberg.de/diglit/aephem1914/0217
Lizenz: Creative Commons - Namensnennung - Weitergabe unter gleichen Bedingungen
facsimile
210

ΑΕ 1914

Σκύφος Όμηρικός έκ Κεφαλληνίας

(πίναξ 6)
υπό

Νικολάου Κυπαρίσση.

Κατά τάς έν Κεφαλληνία άνασκαφάς, αίτινες
κατά το θέρος τοΟ 1912 ένηργήθησαν ύπό της
Αρχαιολογικής Εταιρείας δι' έμοΟ και του συμ-
βούλου αύτής κ. Αλεξάνδρου Φιλαδελφέως δαπά-
ναις του φίλαρχαίου ΌλλανδοΟ χορηγού κ. Αδρια-
νού Γκούκωπ και δη έν τη θέσει, ήτις καλείται
Κοκκολάτα, άπεκαλύφθησαν πλείστοι τάφοι μετά
πολλών και ποικίλων κτερισμάτων (ιδε ΠΑΕ του
1912 σελ. 109), μεταξύ των οποίων και ο περί
ού δ λόγος ένταϋθα άξιολογώτατος σκύφος, ανή-
κων εις την τάξιν των καλουμένων «Όμηρικών».

Περι των Όμηρικών σκύφων έκ μεν τών ξένων
ενει γράφει αακοάν κοιτικωτάτην ποαγαατείαν ό
Ο&γΙ ΚοββιΊ (ίδε Ρύηίζΐβ-δίββ Ργο^γ&ιώιβ ζαηι
Λνΐηοΐίβίπιβηηδίθδΐβ τοΟ έτους 1890 σελ. 1-97
«ΗοηΐθΠ8θ1ιβ ΒθοΙιθγ»), ήν έχοντες προ οφθαλμών
ποιούμεθα πολλάς παραπομπάς εις αυτήν κατω-
τέρω.

Έτι δέ ό κ. Ε.ΡοΙΙϊθγ έν τω συγγράμματι Εβ8
ηιοηιιιπβηίδ £Γβ08 Ν° 14-16, βηηβΘθ 1885-1889 νοί-
II ρΐ. 8)' και ό Α. 8. Μιιιτ&γ έχει δημοσιεύσει
τεμάχιον σκύφου εύρισκόμενον έν τω Βρεττανικώ
Μουσείω (01&88Ϊ03.1 Εβνϊβ\ν σ. 327)· ό \ν&1ζϊη·
ο·θΐ· έν ΑΜ 1901 σελ. 58-67 και Ό Ζ&ήη έν τω
συγγράμματι « Ρπβηβ » τοΟ Τΐιβοά.λνϊββ&ηά καΐ
Η3Π8 8ο1ΐΓ&άθΓ έν σελ. 401-411.

Εκ τών ημετέρων δέ ό Στέφανος Κουμανούδης
έν ΑΕ του 1884 σ. 60-66 (πίν. 5) και του 1887
σ. 67-76 (πίν. 5), ό κ. Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς
έν ΑΕ του 1907 σ. 83-90 (πίν. 4) κα'ι ό κ.Από-
στολος Άρβανιτόπουλος έν ΑΕ τοΟ 1910 σ. 81-
94 (πίν. 2).

Οί Ομηρικοί ούτοι σκύφοι, καλούμενοι ούτω διότι
κοσμούνται διά παραστάσεων είλημμένων έκ της

Όδυσσείας ή της Ίλιάδος, χωρίς νά άποκλείωνται
της τάξεως ταύτης και οί έχοντες παραστάσεις έκ
του έπικοΰ κύκλου, εΐνε λεπτότατα και εύθραυστα
ήμισφαιριοειδή άγγεΐα, έν σχήματι μαστών, κατε-
σκευασμένα έξ έρυθρωπου χώματος, έχοντος λάβει
διά της οπτήσεως και διά της γανώσεως δψιν μέ-
λανος μετάλλου (ίδε Κοββί'ί σ.2). Και Ό μεν πη-
λός αύτών είναι ίκανώς ώπτημένος, ή δέ μέλαινα
γάνωσις ή προσδίδουσα εις το άγγεΐον την μεταλ-
λικήν όψιν δεν είναι καθ' άπαν το άγγεΐον ή αύτή
(ίδ. Ψαίζϊη§βν, ΑΜ 1901 σελ. 67).

Επί μακρόν χρόνον εις τά άγγεΐα ταΟτα άνε-
γνώριζον τά ύπό τών αρχαίων Σάμια καλούμενα,
μέχρις ού στηριχθέντες τινές επί τοΟ τόπου της
εύρέσεως τών πλείστων αύτών, τών Μεγάρων,
ώνομασαν ταύτα Μεγαρικά.

Η ονομασία δ ό'μως αύτη δεν είναι ή ακριβής,
διότι έκτος τών Μεγάρων ευρέθησαν πλείστα και
έν πολλοίς άλλοις τόποις ώς έν Αττική, έν Βοιω-
τία, έν Μεγαρίδι, έν Επιδαύρω τη Λιμηρα, έν
Σύρω {Ιο. ΕΑ, 1884, σ. 61), έν'Ανθηδόνι, έν Τα-
νάγρα, έν θήβαις, έν Μικρά Ασία και έν πολλαΐς
νήσοις.

Και ή εύρεσις δέ του ημετέρου σκύφου έν Κε-
φαλληνία δεικνύει τήν εύρυτάτην διάδοσιν τών αγ-
γείων τούτων.

Επειδή δέ παν ό',τι έκ τών άρχαίων περί τών
Σαμιακών αγγείων γνωρίζομεν δηλ. τό άπλουν και
εύωνον, το λεπτον και εύθραυστον και ή εύρεΐα
διάδοσις αύτών, συμφωνεί πληρέστατα προς τους
είδικώτερον έκ τών έπ' αύτών παραστάσεων κα-
λουμένους Ομηρικούς σκύφους, δυνάμεθα μετά
πολλής πιθανότητος νά ύποθέσωμεν, ότι έν Σάμω
ίδρύθη και ήσκήθη το πρώτον το έργαστήριον τών
loading ...