Hē En Athēnais Archaiologikē Hetaireia   [Hrsg.]
Archaiologikē ephēmeris: periodikon tēs en Athēnais Archaiologikēs Hetaireias — 1914

Seite: 216
Zitierlink: i
http://digi.ub.uni-heidelberg.de/diglit/aephem1914/0223
Lizenz: Creative Commons - Namensnennung - Weitergabe unter gleichen Bedingungen
facsimile
Λ Ε 1914

Καθ' ημάς είναι ή στιγμή, καθ' ήν μόλις έχει
άφίσει το έχεπευκές βέλος κατά τοΟ Μενελάου.
Προλαβών δέ μόνον νά λάβη το τόξον δια της δε-
ξιάς του χειρός σπεύδει μεν προς την Άθηνάν,
άλλα συγχρόνως δια της άποτόμως προς τον Με-
νέλαον στρεφόμενης κεφαλής του παρακολουθεί
την φοράν τοΟ βέλους. ΤόΟτ' αυτό δεικνύει και ή
υψούμενη άριστερά του χειρ.

Ούτω του βέλους οϋπω μέχρι του Μενελάου
καταφθάσαντος, ο καλλιτέχνης σοΐ>ώς έν τη συν-
θέσει των άποτελούντων τάς διαφόρους σκηνάς προ-
σώπων, άπέφυγεν έν τή δευτέρα σκηνή την επα-
νάληψιν τής παραστάσεως του Μενελάου, 6'περ δεν
θά κατώρθου, εάν είχεν ήδη πληγωΟή Ό Μενέλαος.

"Ενεκα του λόγου τούτου παρεδέχθημεν, άφ' ενός
μεν ό'τι ό Μενέλαο: άνήκει μόνον εις την πρώτην
σκηνήν, προσβλέπων προς το μέρος τής Αφροδίτης
και αυτομάτως υψών τήν άσπίδα προς άπόκρουσιν
τής προς τον Άλέξανδρον θείας βοηθείας, ήν αι-
σθάνεται συντελουμένην, άφ' ετέρου δέ οτι τήν δευ-
τέραν σκηνήν άποτελοΟσι μόνον αί παραστάσεις
τής Αθηνάς καϊ τοϋ' ΙΙανδάρου.

Σκηνή τρίτη.
Διομήδονς άριστεία.

Τήν τρίτην έπϊ τοϋ* σκύφου σκηνήν άποτελεϊ μό-
νος ό Διομήδης.

Τήν μάνωσιν ταύτην του Διομήδους οοϊώς ό
καλλιτέχνης του προτύπου εΐκόνισεν, άφ' ένος μεν
διά τοΟ προς τήν διεύΟυνσιν του Οδυσσέως δρο-
μαίου βηματισμοΰ αύτοΟ, ού ένεκα φαίνεται ούτος
εντελώς ξένος προς τήν έτέρωΟεν αυτού τελουμέ-
νην θυσίαν, άφ' ετέρου δέ διά τής αποτόμου καϊ
κατ' άντίθετον του βηματισμοΟ διεύθυνσιν στροφής
τής κεφαλής, ής ένεκα άποχωρίζεται τοΟ τε Όδυσ-
σέως και του Αγαμέμνονος.

Ώσαύτω: δέ διά του άναβαθμου, εφ ου πατεί
ήδη ό δεξιός του Διομήδους ποΟς; ό καλλιτέχνης
ήθέλησε νά ύποδείξη προοπτικώς το ύψηλότερον
έπίπεδον, εις ο άνέρχεται και έφ' ού μέλλει νά
δράση, έν ώ πάντα τά λοιπά έπϊ του σκύφου πρό-
σωπα δρώσιν έπϊ χαμηλοτέρας επιφανείας.

Διά του Διομήδους άντιπροσωπεύεται έπϊ του

σκύφου ή πέμπτη ραψωδία τής Ίλιάδος, ής μόνη
ΰπόΟεσις είναι ή άριστεία αύτοΟ.

Διά τον καλλιτέχνην θά ήτο δυσχερές νά άπει-
κονίση τάς πράξεις πάσας και τά κατορθώματα τοΟ
Διοαήοους τά έν τή ραψωδία ταύτη ύμνούμενα, ή
τουλάχιστον ή άπεικόνισις αυτών θά άπήτει όλό-
κληρον σκύφον.

Απεικόνισε λοιπόν αύτον έτοιμον νά δράση ή
μάλλον πορευόμενον ήδη άπο^ασιστικώς εις δράσιν
μνησθέντα καϊ πάλιν τής Οούριδος άλκής (Ίλ. Δ
στίχ. 418).

ΤοΟτο έςεδήλωσεν ό καλλιτέχνης διά ζωηρό-
τατων γραμμών έν τω σχεδιογραφήματι του Διο-
μήδους (είκ. 3).

Διακρίνει τις έν τή είκόνι αύτου δλον τό πολε-
μικόν μένος καϊ το θάρσος, δι'ών ώπλισεν αύτον
ή Αθηνά, ίνα διακριθή μεταξύ τών Άργείων καϊ
προσλάξη κλέος έσθλόν. Νομίζει τις βλέπων τήν
εικόνα, ό'τι εκ τής κόρυθος και τής άσπίδος, τής
κεφαλής καϊ τών ώμων εκπέμπεται άκάματον πυρ
καϊ άκων άναπολεϊ τούς στίχους του Όμήρου'

Ίλ. Ε στίχ. 1-8

«"ΕνΟ' ην Τυδείδη Διομήδεϊ Παλλάς Άθήνη
δώκε μένος και θάρσος, ϊν' έκδηλος μετά πάσιν
Άργείοισι γένοιτο, ϊδέ κλέος έσθλον ά'ροιτο.
δαΐέ οϊ εκ κόρυθός τε και άσπίδος άκάματον πΰρ,
άστέρ' δπωρινω έναλίγκιον, δστε μάλιστα
λαμπρόν παμφαίνησι, λελουμένος Ωκεανοΐο'
τοΐόν οί πΰρ δαΐεν άπό κρατάς τε καϊ ώμων
ώρσε δέ μιν κατά μέσσον, δθι πλείστοι κλονέοντο.>

Ό Διομήδης έν τω σκύφω εικονίζεται εχων
έστραμμένα τά νώτα, ίνα διά του δεξιού ποοος
άνέλθη όρμητικώς έπϊ υψηλότερου εδάφους, ό'περ
δηλουται δι' ένός οίονοί άναοαθμοΰ. Φέρει διά τής
δεξιάς χειρός δόρυ, διά δέ τής αριστεράς τήν άσπίδα
(ήτις δεν σώζεται, ελλείποντος μι/ροΰ τεμαχίου
του σκύλου), πέδιλα και περικεφαλαίαν, ής ό λό-
φο: δεν εχει καλώς άποτυπωθή έπϊ του σκύφου.
Έκ τής άσπίδος καϊ τής περικεφαλαίας άνεγνώρι-
σεν αύτον ό Πάνδαρος έρχόμενον κατά του στρα-
τοπέδου τών Τρώων.

Ίλ. Ε 181 182

«Τυδείδη μεν έ'γωγε δαΐφρονι πάντα έΐσκω,
άσπίδι γιγνώσκων, αύλώπιδί τε τρυφαλείτ).»
loading ...