Hē En Athēnais Archaiologikē Hetaireia   [Hrsg.]
Archaiologikē ephēmeris: periodikon tēs en Athēnais Archaiologikēs Hetaireias — 1915

Seite: 79
Zitierlink: i
http://digi.ub.uni-heidelberg.de/diglit/aephem1915/0087
Lizenz: Creative Commons - Namensnennung - Weitergabe unter gleichen Bedingungen
facsimile
Παρατηρήσεις έπι αρχαιολογικών τίνων δημοσιεύματος

<>πό

Νικολάου Γιαννόπουλου.

Α'. Έν Αηυυ&1 ο£ ΒπΙΐβοΗ ΒοΙιοοΙ &ί ΑίΙιβιΐδ
XVI. 1909-1910, σελ. 249.

Ό κ. λν&οθ περιγράφων τά έν Θεσσαλία, Ή-
πείρω καΐ Μακεδονία τελούμενα και νΟν ύπό τών
χωρικών χειμερινά τε και θερινά Διονύσια απορεί
περί της λέξεως κονρεμαδιά, άπαντώσης έν Ή-
πείρω, και ιδίως έν Ζαγορίω, εν τινι ποιήματι « τοΰ
Ζ/χφύρη »-

Ό στίχος τοϋ ποιήματος έχει

«φίνει την κονρεμαδιά με την κοιλιά 'ς τό στόμα.
0 κ. \Υ&οβ έν τη έπομένη αγγλική μεταφράσει
τοΟ ποιήματος άφίνει άνερμήνευτον την λέξιν κον-
ρεμαδιά, μη έννοών την σημασίαν αύτής και έρωτών.

ΙΙμεϊς έν Ζαγορίω λέγομεν κονρεμαδιά την σύ-
ζυγον έπΐ άτυχήματι· Ούτω λέγομεν: απανδρεύω
και κονρεύω », οιονεί κείρω τον (ή την) νυμφευό-
μενον, ώς έκειρον το ~άλαι την κόμην οί πενθοΟν-
τες.Άλλά και άλλην έκδοχήν έχει ή λέξις. Κόρη,
έν θεσσαλικώ, νομίζω, έπιγράμματι άπαντα κο'ρΡα,
έν τω πολυθρυλήτω ιδίως έπιγράμματι: Καμδ
ννέΰεκε τάι ΚόρΡαι = Καμώ ανέβηκε τα Κόρα.
Κούρα λοιπόν έν τη νέα ηπειρωτική διαλέκτω -
κόρη, κατά τον σχηματισμόν κούρος, κούρα, εξ
ού Διόσκονροι. Κούρβα δ' έν Ήπείρω λέγομεν την
άνήΟικον γυναίκα κατ' ευφημισμόν, ώς λέγουσιν
έν τη ένταϋθα Ελλάδι οί άπλοϊ άνθρωποι τάς άνη-
Οίκους ή έλευθερίων ήθών-γυναΐκας κόρας ή κορί-
τσια. Το β δε της λέξεως κούρβα προήλθεν έκ τοΟ
αρχαίου /?αϋ Ρ. Επομένως κονρενομαι έν Ηπείρω
= λαμβάνω σύζυγον, αναλόγως προς το νπαν-
δρεύομαι έπι γυναικός έρχομένης εις γάμον. /Γου-
ρεμαδιά δε ή σύζυγος. Επομένως ό Ζαφύρης άφίνει
κατά τον νουν τοΟ ποιήματος προς τοις άλλοις και
την σύζυγον εγκυον και έπίτοκον.

Ίσως άνάλογον τούτω είναι και το (ϋλαχικόν
οοτδβ λεγόμενον ύπό γυναικός προς γυναίκα, προ-
ελθόν έκ του κο'ρΡα, κουρΡα, κόρη" διότι γυνή
τών βλαχοφώνων κατοίκων του Πίνδου, του Ζα-
γορίου και της άλλης Θεσσαλίας, όπου ούτοι κα-

τοικοΟσιν, άποκρινομένη προ: έτέραν λέγει: λάΐ
κόρ/)ε = ώ κόρη.

Β'. Έν ΑΕ 1914, α. 70-84 και 260-26;}.

Ό κ. Ανδρέας Ξυγγόπουλος δημοσιεύει πλάκα
τραπέζης χριστιανικής μετά παραστάσεων ζώων
και κεφαλών ανθρώπων πέριξ, και τεμάχια τοιαύ-
της εξ Άμφίσσης, Αιγύπτου και άλλων μερών.
Γνωρίζομεν τοις ένδιαφερομένοις ότι και έν Πυράσω
(Νέα Άγχιάλω νυν) εύρέΟησαν όμοια τεμάχια μετά
ζώων ούχι όμως τραπέζης, άλλ' έν μεν είναι διά-
στυλον, φαίνεται, χριστιανικού ναου, έφ' ού διε-
σώθησαν τρεις παραστάσεις έν αναγλύφω ζώων
έφθαρμέναι έν μέρει. Απόκειται δε τούτο, παρα-
ληφθέν ύπό του κ. Άρβανιτοπούλου, έν τω μου-
σείω Βόλου. Έτερα δε τεμάχια θωρακίων ή κιο-
νοκράνων χριστιανικών μετά ζώων, πτηνών ή δελ-
φίνων άπόκεινταί τινα έν τω μουσείω Αλμυρού και
έν τή συλλογή Αγχιάλου, άν δεν άπατώμαι, μή
εχων πρόχειρον τό εύρετηριον* έν δέ τω χωρίω Κα-
ράμπας, έντετοιχισμένος άνωθεν της μεγάλης θύ-
ρας αύτοΰ, έσώΟη έν άναγλύφω μαίανδρος διασταυ-
ρούμενος και διακοπτόμενος έν διαστήμασιν ίσοις,
ένθα έν άναγλύφω κοσμείται ύπό ζεύγους περιστε-
ρών έν συμπλέγματι. Τό ύπόλοιπον του τεμαχίου
τούτου, το και μικράτερον, παρέλαβε, φαίνεται, ό
ϋοάλνβΐΐ τω 1802 εις Λονδΐνον, διότι δημοσιεύει
αύτο έν τω συγγράμματι αύτοΟ μετά ζεύγους δελφί-
νων (01&8δϊοα1 &ηά Τοροβταρίιϊοαΐ Ιοιιι* ίϊιι-οα^ΐι
Ογθθοο, II, σελ. 86).

Επίσης άνακαλυφθέν προ ετών έν Νέα'Αγχιάλω
ψηφιδωτον δάπεδον λαμπράς τέχνης και άνάλογον
κατά τε τήν τεχνοτροπίαν και τάς συνθέσεις προς
το ύπό τοΰ κ. ώυγγοπούλου παρατιθέμενον τμήμα
δαπέδου ψηφιδωτού έκ Κ&ογ-ΗΪΓαη (σελ. 81, εΐκ.
21) έκαλύφθη αύθις, μέχρις ού ήμέραν τινά ή σκα-
πάνη της έπιστήμης άποκαλύψη άύτό, διότι άλλως
θά κατεστρέφετο. Είθε ή ήμερα εκείνη νά είναι έγγύς.

Έν Άλμυρω τϊ) 21 Άπριλίον 1915-

Νικόλαος Ί. Γιαννόπουλος.
loading ...