Hē En Athēnais Archaiologikē Hetaireia   [Hrsg.]
Archaiologikē ephēmeris: periodikon tēs en Athēnais Archaiologikēs Hetaireias — 1918

Seite: 51
Zitierlink: i
http://digi.ub.uni-heidelberg.de/diglit/aephem1918/0061
Lizenz: Creative Commons - Namensnennung - Weitergabe unter gleichen Bedingungen
facsimile
ΑΕ 1918

Ό Ιουστινιανός έν Θεσσαλονίκη1 υπό Γ Οικονόμου. 51

βάρων πάντοτε' λυτρώσαντος την δι' αύτό τούτο
μαρζυροφύλακτον καλούμενην Θεσσαλονίκην.

Έκ πάντων των είρημένων πείθεται: τις ό'τι
παρά την έλλειψιν άμεσου καί ρητής ιστορικής
μαρτυρίας περί τής σχέσεως τοΟ Ιουστινιανού του
Α' προς την Θεσσαλονίκην το πράγμα είναι άναμ-
φισβήτητον μάλιστα μετά την εύρεσιν και τής
ημετέρας επιγραφής. Δεν θα ήτο δε δυνατόν νά
άναγάγη τις το διάταγμα εις τον Β' Ίουστινιανον
παρακάμπτων τΌ τεκμήριον τής τιτλοφορίας επί
τη άναμνήσει ότι Ό ομώνυμος του μεγάλου ρινότμη-
τος αυτοκράτωρ έφιλοτιμεΐτο νά μιμήται εκείνον καί
έπεθύμει νά είναι γνωστός ώς κτίστης μνημείων,
δπως εκείνος (Βυι·γ ΗΪ8ίθΓ)τ οί ίΐιβ Ιεϊθγ Κοπιαη
ΕπιρΐΓθ II 325. 330. Περι τής εικονογραφικής
παοαστάσεως του Ιουστινιανού του Β' διέλαβεν ο
Όβ\\)τ\ιβ& έν Κοπι. Μΐίί. 1914 71 έ).

ΆπΌ τής άσφαλους ταύτης αφετηρίας ορμώμε-
νος τις δύναται νά προβή και εις την ές"έτασιν του
άπολεσθέντος λίθου του Παππαγεωργίου. Δυ στυ-
χώς ούτε το ύψος των γραμμάτων ούτε το διάστι-
χον τής επιγραφής αναφέρεται έν τή δημοσιεύσει,
μόνον δε το πάχος του λίθου μνημονεύει ο εκδότης
(0 05), δπερ είναι το αυτό και το τής ημετέρας
νέας επιγραφής. Άλλ' έκ του παρατιθεμένου υπό
του Π. ίχνογραφήματος τής έπιγραφής, αν τοΟτρ
είναι ακριβές, επιτρέπεται νά παρατηρήσωμεν ότι
τά γράμματα των δύο έπιγραφών είναι διάφορα,
μάλιστα δέ το Α.6.0.Ρ, ώστε νά μη είναι πιθανόν
ό'τι πρόκειται περι τεμαχίων τής αυτής έπιγραφής
ή τουλάχιστον περι κειμένων συγχρόνως χαρα-
χθέντων έπι του αύτοΰ λίθου. Άλλα και ή φράσις
Ιουστινιανός πιστός έν Ίησοϋ Χριστώ τω Θεώ
βασιλεύς φέρει, μεθ' ό'σα έδίδαξεν Ό ΒΓθΙιίθΓ, εις
τούς μετά τον Ήράκλειον χρόνους. Πρέπει έν τού-
τοις νά σημειωθή ό'τι δεν ευρίσκεται έν αρχή του
διατάγματος, ίσως δέ εν τη συνεχεία του κειμένου
προς αποφυγήν επαναλήψεως τής μακράς τιτλοφο-
ρίας νά μή ήτο αδύνατος ήδη και έν προτέροις χρό-
νοις. Μόνον ή φράσις αύτη θά ήτο στήριγμα οπωσ-
δήποτε χρήσιμον, εί και ουχί απολύτως ασφαλές
ούδ' έπαρκές, ίνα άποδοθή ό λίθος εις τον 'Ρινό-
τμητον, οί δέ άλλοι λόγοι του πρώτου έκδοτου δεν
είναι ικανοί νά άποκλείσωσι από του λίθου έκείνου
την πατρότητα τοΟ πρώτου ΊουστινιανοΟ, όστις,

ό'πως ειδομεν, δεν ήτο ουδαμώς ξένος ούτε προς την
θεσσαλονίκην ούτε προς τον πολιοΟχον αυτής. Ή έν
στίχω 5 τής έπιγραφής εκείνης άπαντώσα φράσις
εν ταΰζ?7 Θεσσαλονικέων πόλει οέν είναι κώλυμα
εις την έκδοχήν καί άλλως αυτή καθ' έαυτήν, μά-
λιστα δέ μετά την νέαν έπιγραφήν.

Άλλ' οπωσδήποτε και άν εχωσι ταΟτα, ή και
έπιγραφικώς νΰν μαρτυρουμένη σχέσις του μεγάλου
Ιουστινιανού προς τον Άγιον τής Θεσσαλονίκης
έχει καί έκ τής καλλιτεχνικής ιστορίας τής εκκλη-
σίας αύτου άξιόλογον στήριγμα. Πλείστα των μο-
ναδικών μωσαϊκών τής πυρικαύτου νυν βασιλικής
άναμιμνήσκουσι μετά τόσης ζωηρότητος την 'Ρα-
βεννατικήν καί άλλην Ίουστινιάνειον τεχνοτροπίαν,
ώστε θά ήτο αδύνατον νά μή άποδώση τις ταΟτα
εις την μεγάλην περίοδον του Ιουστινιανού. Ό
ϋΐθΜ (Μοηιιπι. Ρίο* XVIII (1910) 230 238 έ.
245 έ.) διεςήλθεν ήδη ακριβώς τό θέμα, είναι δέ
τά πράγματα ούτω σαφή, ώστε δεν θάήτο, νομίζω,
πλέον δυνατόν μηδέ νά σκε'^θή τις τον δεύτερον
Ίουστινιανον έν σχέσει προς την νεωτέραν έπιγρα-
φήν, τοΟ οποίου ή ταυτότης καί έν τή παλαιοτέρα
είναι προβληματική.

Που ήτο προσηλωμένη ή πλάς έν τω ναώ δεν
είναι εύκολον νά καθορίση τις νυν άνευ άσφαλοΰς
ενδείξεως. Καί περί αυτής δέ τής προσηλώσεως
συμπεραίνομεν μόνον έκ τής υπάρξεως οπών έν τω
προτέρω λίθω, διότι ο ήμέτερος έν τω σωζομένω
αύτου τεμαχίω δεν έχει όπάς προσηλώσεως.Άλλά
δεν αποκλείεται βεβαίως καί άπλή έντείχισις. Ή
διά τής προσηλώσεως ένίσχυσις τής έντειχίσεως
είναι ενδεικτική του μεγέθους καί του βάρους τής
πλακός. Ή σκέψις ό'τι τά διαγράμματα ταύτα
ήσαν άναγεγραμμένα εν τινι άρχείω του ναοΟ οέν
είναι πιθανή, άν άναλογισθή τις τήν δι' όλων σχε-
δόν των άρχαίων χρόνων διήκουσαν γνωστήν συ-
νήθειαν αναγραφής δημοσίων γραμμάτων καί έπι
τοίχων ναών ή άλλων δημοσίων κτιρίων «εν τοττα>
επιφανέστατων ή σχετικών προς τό περιεχόμενον
τής έπιγραφής ή καί άσχετων, ώς έν τοις κλασσι-
κοΐς χρόνοις συνέβαινεν, ένεκα τής δι' άλλους λό-
γους προτιμήσεως του ίερου κττ. προς τον σκοπόν
τής δημοσιεύσεως. Έκ τών Βυζαντιακών χρόνων
άρκεΤ νά άναφέρω τό προχειρότατον παράδειγμα
loading ...