Hē En Athēnais Archaiologikē Hetaireia   [Hrsg.]
Archaiologikē ephēmeris: periodikon tēs en Athēnais Archaiologikēs Hetaireias — 1918

Seite: 57
Zitierlink: i
http://digi.ub.uni-heidelberg.de/diglit/aephem1918/0067
Lizenz: Creative Commons - Namensnennung - Weitergabe unter gleichen Bedingungen
facsimile
Περί τών βασιλικών τάφων της ακροπόλεως των Μυκηνών υπό Ά. Κεραμοπούλου. 57

κατά τό κτιστόν υπεράνω στόμιο ν όπήν, σωζόμενά.ι
και άντέχουσαι παρεΐχον σταθεράν βάσιν εις τούτο,
ώστε νά μή ύπάρχη ανάγκη κατεδαφίσεως και
άνοικοδομήσεως αυτού μεθ' εκάστη ν ταφήν (ό Δ'
τάφος περιείχε ο νεκρούς]!, κατείχε δ ούτω ό
βόθρος θέσιν κεντρικήν μεταξύ πάντων των τάρων
και άνήκεν εις πάντας. Κατεσκευάσθη δέ, ασχέ-
τως προς οίανδήποτ.ε έπισκευήν ή μετασκευήν του
τε σπηλαίου και του στομίου, λίαν ένωρίς και δια
τούτο ό χώρος, 6ν κατείχε, δεν έθίχθη ύπό των
μεταγενεστέρως άνοιχθέντων τάρων, εί και τίνες
των μικρότερων ήδύναντο νά εύρωσιν Ίκανήν θέσιν
ενταύθα. *Αν είχε κατασκευασθή έπΐ του τετάρτου
τάφου άβλαβοΟς οντος, θά ηυρίσ'κετο κατά τάς άνα-
σκαφάς διεσπασμένον το ελλειψοειδές κτίσμα, επειδή
έν τω μεταξύ ή στέγη του τάφου φθαρεΐσα υπεχώ-
ρησε και τά χώματα κατεκάθισαν 3 . Βόθρος όμως
είνε τό σπήλαιον, ούχϊ δε τό ελλειψοειδές κτίσμα*
τούτο ήτο στόμιον του βόθρου. Τά δύο ταύτα άπε-
τέλουν εν σύνολον, οίον είνε ό έν τη αυλή του άνα-
κτόρου της Τίρυνθος « βωμός » ( δαΙιΙίβΏΐαηη Τΐ-
τγη8 άγγλ. σ. 339 εξ. δοΗηβΚΙιανάί δοΐιΐ. Αιΐ8§τ.2
1 34 βλ. και τάς αυτόθι παραπομπάς '/.οάΡβννοΙ-Οίϊ,ί·
ρίβζ Ηΐ8ί. άθ ΓείΓί VI, 283), πριν το στρογγύλον
στόμιον αύτου γίνη δι' έποικοδομήσεως τετράγω-
νον. Ήτο δ' έν χρήσει, ώς εϊπομεν, ό βόθρος μέ-
χρι της έςόδου έκ της μυκηναϊκής περιόδου, δτε
θά ήλλοιώθη ή λατρεία των ενταύθα κειμένων νε-
κρών, ό δε βόθρος μετέπεσεν εις τήν σημασίαν κοι-
νού σπηλαίου, έν ώ οί τάφοι, σαπέντων τών ςύλων
της στέγης, θά είχον πάθει καθίζησιν τών υπερκει-
μένων χωμάτων τότε ίσως έσχηματίσθησαν αί πυ-
ραί, τότε το σπήλαιον κατεχώσθη διά λίθων και
χωμάτων, άτινα, έκ της γειτονίας καταχυθέντα ή
ριφθέντα, περιεΐχον όστρακα τών διαφόρων χρό-
νων τών έν τοις τάφοις ταφών και παλαιότερα και
νεώτερα.

1 "Ομοια-, σκέψεις θά ηγαγον τόν Κΐΐοάβ Ρδ.γοίΐθ2 I 35 να
δεχθή, ότι ό βωμός, δν όρθότερον καλεί έσ/άραν, θα εΐχεν ίόρυθή επί
του Λ' τάφου μετά τήν κατά/ωσιν της στέγης τούτου.

2 "Ισως περί τόν Δ' τάφον, δντα τόν παλαιο'τατον και τον συναφή
βοθρον, υπήρχε περίβολος τις προστατεύων αμφότερα ταύτα τα ίδού-
ματα. Δεν αποδεικνύεται ομως, ότι ό περίβολος ούτος είνε ό νυν σω-
ζόμενος- τό είδος τοΰ λίθου τών πλακών αυτού, συγγενές όν πρός τό
τών Ιπιταφίων στηλών τοΰ Δ' τάφου, δεν ισχύει νά άποδείξτ·, ότι
πρωίμως κατεσκευάσθη ό περίβολος, επειδή και τών άλλων τάφων και
τών νεωτέρων αί στήλαι είνε έκ τοΰ αύτοΰ υλικού.

Ιό στόμιον κατά τά προειρημένα εδει νά κείται
επί στέρεου έοάφους έκτισμένον, ίνα ή ευσταθές
και ίνα ό καταβαίνων εις τον σπηλαιώδη βόθρον,
αν ποτε εδει νά καταβαίνη τις, μή διανυη διάστημα
έκ μαλακών συγκεχωσμένων χωμάτων, εις ά δεν
ήτο εύ/.ολον νά διαρρυθμισθή ή κατάβασις, ήτις,
αν ήτο αναγκαία, θά έγίνετο βεβαίως, ώς εις τούς
βόθρους και τούς τάφους της Αίγίνης (ΑΕ 1910,
180) και ώς εις τά φρέατα, διά κοιλοτήτων αντι-
κειμένων εις τάς πλευράς της φρεατίας όπής^.

β) Ο «τύμβος».

ΛΑν ούτως είχεν αληθώς τό πράγμα, επειδή τό
κτιστόν στόμιον δεν είχε μέγα ύψος (1.20. λέγει
ό 8ο1ι1ίθΐϊΐ3ηη), εδει δέ νά είνε προσιτόν άνωΰεν
χάριν τών σπονδών ή άναιμάκτων ή αίματηοών
έναγισμών, συνάγομεν, ότι μέχρι της έξόδου έκ τών
μυκηναϊκών χρόνων δεν ήτο κεκαλυμμένον υπό
χωμάτων, κατ άκολουθίαν δέ ύπέρ τούς τά'οους
δεν έσχηματίζετο τύμβος (πρβλ. Τσούνταν Μυκή-

3 "Αρθρον τ; έν τη ΑΕ 1913, 229, Ιστερημένον αρχαιολογικής
και άλλης εμπειρίας και μεθόόου, ποιείται λόγον περί Κυκλώπειων
βωμών έν Μυκήναις, άφορμώμενον έκ τοΰ Εύρ. ' Ιφ. Ανλ. 150 αέπί
Κυκλώπων ίείς θυμέλας», άς ερμηνεύει ο'^ς κυκλώπειους βωμούς, ους
δέχεται δεδομένους έν Μυκήναις. Ύποπτεύω, ότι ό γράψας θά εΐνεν
ϊδεϊ τό πρόχειρον βιβλίον τοΰ Τσούντα Μνκήναι, λέγον σ. 106 «Έπί
δέ τοΰ τετάρτου τάφου άνεκαλύφθη καϊ βωμός περιφερής κατά τόν
κυκλώπειον τρόπον οικοδομημένος» κα'ι ότι τοΰτον τόν βωμόν έπολ-
λαπλασίασε και έφη'ρμοσεν εις τό χωρίον τοΰ Εύοιπίδου. Αλλά τό
χωρίον τοΰ Εϋριπίδου δεν πρέπει νά κρίνηται καθ αυτό. Ό Εϋοιπίδης
ε/ει και άλλας εκφράσεις συγγενείς, αί'τινες έρμηνεύουσιν αυτό ώς δηλοΰν
τάς διά κυκλώπειων τειχών περιβεβλημένας Μυκήνας ή τήν Τίρυνθα.
Ίφ. Ανλ. 265 « Μυκήνας τάς Κυκλωπίας ». 534 «καν πρός "Αογος
'εκφύγω, έλθόντες αϋτοϊς τείγεοι Κυκλωπίοις ξυναρπάσουσι και κατα-
σκάψουσι γήν». 1500 «καλείς πόλισμα Ιίερσέο^ς, Κνκλωπίων πόνων
χερών». Ιφ. Ταύρ. 845 «ώ Κυκλωπίδες εστίαι, ώ πατρίς, Μυκήνα
φίλη». 'Ορέστ. 965 «ία/είτω δέ /α Κνκλωπία* (πρβλ. Σ*/.). Τρωάδ.
1087 «ίππόβοτον "Αργός, Γνα τείχεα λάινα Κυκλώπι' ουράνια νέμον-
ται», 'ϋ/ο. μα«ν. 15 « ^ρ^εΐα ζεί'^ί; «αί Κυκλωπίαν πάλιν». 944
« πρός τάς Μυκήνας ειμί" λάζυσθαι /ρεών μοχλούς δικέλλας θ', ώς τά
Κυκλώπων βά&ρα φοινίκι κανόνι και τνκοις ήρμοσμένα>·. 998 δ ό»
ώς έπ'αΰτοϊς δή Κυκλωπίοισιν ών σκάπτει, μο/λεύει Ούρετρα». Ήλ.
1158 «Κυκλώπων δ' ουράνια τείχη (Μυκηνών)». Πρβλ. και Πίνδ.
άπ 169 «έπεί Γηρυόνα βίας Κυκλωπίων επί προ&ΰρων Εύρυσθέος
ή'λασε» και Σ χ. "Ορα δέ καϊ Παυσ. 2. 16, 5. 7, 25, 5. Στράβ. 369

έξ. 372 έξ. 7Γ. Ο. Μ#ΖΖβ7· ΗβηάΙ). ά. Αγοϊι. 26. ΒβΗΙίβτηαηη
Μγοβηβ8 50 έξ. ΤΐΓγη3 αγγλ. 16 έξ. ΨΊΙαιηοιυίίζ ΗβΓ3θ1. II
σ. 56 καϊ 227 (ένθα λέγεται, ότι, καϊ όπου περί κυκλώπειων τει/ών
τοΰ "Αργούς κείται, νοούνται αί Μυκήναι ή ή Τίρυνς, ών τό έδαφος
υπήγετο έπί Εϋριπίδου εις τό "Αργός, ού τά τεί·/η δέν ησαν Κυκλώ-
πεια ή πελασγικά πρβλ. Ό?. 1246. 1296). ΚοββΓί ΗβνΤΠ65

1898, 438 έξ. και 440, Οοιο 3ου.τ&. οϊ Ηβΐΐ. 8ί. 1912, 220.
Αΐγ ΟΙοϋα 1914, 60 έξ.

8
loading ...