Hē En Athēnais Archaiologikē Hetaireia   [Hrsg.]
Archaiologikē ephēmeris: periodikon tēs en Athēnais Archaiologikēs Hetaireias — 1920

Seite: 3
Zitierlink: i
http://digi.ub.uni-heidelberg.de/diglit/aephem1920/0013
Lizenz: Creative Commons - Namensnennung - Weitergabe unter gleichen Bedingungen
facsimile
ΑΕ 1920

και πλαδαρώτερόν που και βαρύτερόν πως ή το
του Μνάσωνος, παρά την λεπτομερή παράστασιν
άλλων τε μερών και του ρωμαλέου μάλιστα δεξιού
βραχίονος 1.

Αξιοσημείωτος είνε ό στέφανος και Ό πλούτος
της άσπίδος του 'Ρύγχωνος, υπενθυμίζουν τά Μι-
κώνεια και τά Πολυγνώνεια άγγεΐα και τον Πά-
ναινον 3. Το ΙσωτερικΌν αυτής υποθέτει γραπτήν
παράστασιν (πρβλ. Παυσ. 6, 19,4. Ριπ*ί\ν&η£ΐβΓ
ν&8θηηΐΣΐ1. I 127, 142), είκονίζουσαν τον ούχι
ξένον εν Βοιωτία (Ήσιοδ. Άπ. 7 β) αλλά και
πανελλήνιον ήρωα Βελλεροφόντην (ΕυτΙλν&η^ΙβΓ
Ον. ναββηνιαΐβνβί II, 14ο), έπι του Πηγάσου
όχούμενον και φονεύοντα την Χ ι μα ι ρ αν <*,ήτις εινε,
ώς περιγράφει αυτήν ό "Ομηρος (Ζ 181-21) «πρόσθε
λέων, όπισθεν δε δράκων, μέσση δε χίμαιρα, δει-
νον άποπνείουσα πυρός μένος αίθομένοιο» (πρβλ.

Ήσιοδ. 6>£ο7. 319 έξ. Πίνδ. Όλ. 13,84 έξ.). Ό

Πήγασος ώς ίππος δεν εϊνε πολύ διάφορος των του
Παρθενώνος ίππων (πρβλ. και τον πίν. 2 του Σαυ-
γένους) ώς στάσις δέ και είκών ε/ει τύπον άρχό-
μενον άπο του τέλους περίπου του ε αιώνος π. Χ. ^
Προ της Χίμαιρας τρέπεται εις φυγήν κύων, όπι-
σθεν δέ του δόρατος φαίνεται άστήρ. "Αν ή όλη
παράστασις ί'/ιι άστρολογικήν σημασίαν, ή άν
αίνίττεται τήν νυκτερινήν ώραν του φόνου °, ή
την έπουράνιον σκηνήν του συμβαίνοντος*» αγνοώ.

1 "Οτε άντεγράφη ή στήλη υπό του νΌ1]§'1'Βίί δια του" Β3££θ,
ήτο τεθραυσμενη εις 4 τεμάχια, ά'τινα ήσαν άσυγκόλλητα, τά δ'αν-
τίγραφα των τεμαχίων δεν συνηρμο'σθησαν καλώ; ει; το σύνολον, ώς
δεικνύει ή παραβολή αυτού προς τόν έμόν πίνακα.

2 Πρβλ. ΡιιιΊλγ;ίηο'ΐ6Γ-Κβίο1ι1ιο1ά-Η&υ8θΓ ναββηηιαίβνβί
II, 116, 117, 321. 8θ1)Γ0(ϊβΓ 1915, 103.

3 Όμοιας παραστάσεις ορα ,ΤαΙίτΙ). 1915, 121. '2?ολ Άρχ. 1892

πίν. .13. Πρβλ. Ψί^ναοΜνϋζ ΗβταβΙββ II σ. 287 εξ. Πθ Κίάάβΐ'
££#1898, 228.

4 Πρβλ ΑΙΚβη. Μίίί 1901, 54. Εη^βίπι&ηη ΑηηαΙί\%1^
17 έξ 8ΐβρ1ΐ3ηί Οοηψίββ τβηάηβ 1881, 10 εξ. Τήν διατριβήν
του ΗΗπηί^ Όβ Ρβ[)α§ο Ιν ΒτβΒί. ΡΜΙ. ΑδΗαηάΙ. VII 1,1902

δεν ήδυνήθην νά ΐδω. Τας οξείας πτέρυγας του Πηγάσου πρβλ. πρός
τάς του ανάγλυφου του ΒοδίΟΠ ^αΚ^ι). 1911, 162. Θηβαϊκήν
γελοιογραφίαν του Βελλεροφόντου εφίππου ορα επί Καβειριακοΰ
αγγείου Αίΐίβη. Μίίί. 1888 πίν. XI, έτερον δέ — άνε'κδοτον — ευ-
ρον εγώ εν τώ Θεσπικώ πολυανδρ'ω. Πρβλ. τό Εΰριπίδειον «'έπτηξ
υπείκων μάλλον εΐ μάλλον θε'λοι» (Πλούτ. ήθ. 807Ε καί 529Ε).

5 Πρβλ. Πλουτ. Περί τ. μη χρδίν κλ. 12, 400Ο «ώσπερ ουν
ό τόν άλεκτρυο'να ποιήσας επί της γειρός του Απόλλωνος έωθινήν
υπεδήλωσεν ώραν και καιρόν έπιούσης ανατολής, ού'τως ενταύθα τους
βατρά'/ους εαρινής ώρας φαίη τις άν γεγονέναι σύμβολον». Πρβλ.
καί Οπίρρβ ΕβΙίρίοηβρβββ/ι. 9005.

6 Πρβλ. ΜνΙΙιοον. ρτ. Ικδ. ΡθδΙα III, II, σ. 94 ότι ό Βελ-

0 πλούτος του 'Ρύγχωνος φαίνεται και εκ των
περιτέχνων σανδαλιών και εκ του άναβεβλημένου
διπλοΟ ιματίου ή της χλαμύδος αύτου, ήτις,
κατακέντητος δια κλάδων δάφνης, δελφίνων και
άλλιυν κυματοειδών γραμμών προς τά κράσπεδα
ούσα, πορποΰται προ του λαιυ,ου δια όοδακώδους
πόρπης ή « πουρεινίδος» ήτοι κομβίου (λΥο1ί;θΓ8
Ββν. αιιβ ά. Κτορΐ- Μίιβ. 1916 Χ. 3/4) και άνεμου-
ται πρός τά όπισθεν εις επιτετηδευμένην άνά-
πτυξιν. Ενταύθα τήν άνεμουμένην χλαμύδα πρέπει
νά φαντασΟώμεν κεχρωσμένην ποτέ διαφόρως ή
τό σώμα του ,πολεμιστοΟ' διότι τότε μόνον αύτη
προσλαμβάνει τήν προσήκουσαν δύναμιν ώς καλ-
λιτεχνικών στοιχεΐον, δταν ώς διαφόρους κεχρω-
σμένον «έδαφος» έςαίρη το σώμα του ανδρός. Το
κράνος αύτου φέρον Οηλειάν, ίνα αναρτάται, οσά-
κις δεν έφορεΐτο (πρβλ. Κθίηαοΐι ΒβρβΜ. ά. να8β8
I, 290, 3), κοσμείται υπό προσθέτου στεφάνου.
Έπι του ανωμάλου εδάφους, έφ' ού διεξάγεται ή
μάχη, και ού διακρίνονται δύο γραμμαί, όρώνται
λίθοι χειροπληθεΐς και μία ανεμώνη. Βεβαίως
ταύτα συνετέλουν, ότε έσώζοντο τά /ρώματα, εις
τελειοτέραν προοπτικήν παράστασιν των όπισθεν
αλλήλων αναπτυσσομένων γραμμών του εδάφους.

Ή κοσμητική ύπερφόρτωσις του άρτι γενειών-
τος εφήβου τούτου ένόμισα άλλοτε ο'τι δεν προέο-
χεται εκ φιλάρεσκου ματαιοδοξίας ασυμβιβάστου
δήθεν πρός τε των τότε χρόνων τήν λιτότητα και
προς της καλλιτε/νίας τάς τότε συνήθειας. 'Ενό-
μισα δηλ., οτι κοσμήματά τινα του Ρύγχωνος
εχουσιν ίδιάζουσαν σημασίαν και δύνανται νά
άγάγωσιν ημάς εις έρμηνείαν της εικόνος έξαιρέ-
τως διδακτικήν. Ό Παυσανίας (9,10,4) περιγρά-
ψας τον ναόν του Ίσμηνίου Απόλλωνος εν θή-
βαις, λέγει : «Τόδε γε και ές έμέ ετι γιγνόμενον
οίδα έν θήβαις' τώ Άπόλλωνι τώ Ίσμηνίω παΐδα
οίκου τε δοκίμου, και αυτόν εύ μεν είδους, εδ δέ
ε/οντα και ρώμης, ιερέα ενιαύσιον ποιουσιν' έπί-
κλησις δέ έστίν οί δαφναφόρος" στεφάνους γάρ
φύλλων δάφνης φοροΰσιν οί παίδες» .. . Εις τους
λόγους τούτους τοΟ Παυσανίου διεΐδον ού μόνον

λεροφόντης «τήν άστρονομίαν μετιών υψηλά τε φρονών καί άστροις
ομιλών εις ούρανόν αϋτώ ίππο) άλλα τή διανοία άνέβη». Πρβλ. καί
τας περί Βύριπίδου σ/ετικάς παρατηρήσεις του \νΐΐ31Τ10Λνϊίζ έν

ΕίηΙβίί ίη άίβ ρΗβοΚ Τ? α</. 34.
loading ...