Hē En Athēnais Archaiologikē Hetaireia   [Hrsg.]
Archaiologikē ephēmeris: periodikon tēs en Athēnais Archaiologikēs Hetaireias — 1920

Seite: 4
Zitierlink: i
http://digi.ub.uni-heidelberg.de/diglit/aephem1920/0014
Lizenz: Creative Commons - Namensnennung - Weitergabe unter gleichen Bedingungen
facsimile
Α Ε 1!>20

τήν κλείδα της ερμηνείας της εικόνος, άλλα καΐ
οιονεί περιγραφήν του νεαρού πολεμ,ιστου. Διότι,
άν άπίδωμεν εις το ώραϊον νεανικον του 'Ρύγχω -
νος πρόσωπον, έφ' ου φύονται ήδη οί πρώτοι ίου-
λοι τοΟ γενείου, έλαφροτάτη δέ λά/νη επιτρέχει
το άνω χείλος, ή δε ευθεία «ελληνική» ρίς, το
μικρόν κομψώς κεκλεισμένον στόμ,α καϊ ό εύγραμ-
μ,ος οφθαλμός άρμονίζονται προς την εκ της ελευ-
θερίου άγωγής έκπηγάζουσαν /άριν, έννοουμεν,
ότι ό καλλιτέχνης υπέΟετο και έποίησε τον νεανίαν
ως «εΰ είδους έχοντα», ώς ώραΐον τήν μορφήν.
Έκ δε των εύπαγών και ισχυρώς πατούντων έπι
του ανωμάλου εδάφους ποδών, τών ευκρινών μυώ-
νων του ήσκημένου κορμού, έπιδεικνυομένου εν
ήρωΐκή γυμ,νότητι, καϊ τών στιβαρών βραχιόνων,
του τε αριστερού, του άνέχοντος τήν άσπίδα και
το ξίφος, καϊ δή και του δεξιού του (ύΟούντος το
μακρόν δόρυ, όπερ «δυστήνων παίδες άντιόωσιν»,
έννοουμεν, οτι ο έφηβος «εχει ευ ρώμης», ώς
θέλει αυτόν ό Παυσανίας. Όταν δ άπίδωμ,εν προσ-
έτι εις τήν ήνεμωμένην χλαμύδα, τήν σχηματί-
ζούσαν το έδαφος, έφ' ού προβάλλεται το ΐσχυρον
σώμα, τήν πλουσίως κατακέντητον, καϊ εις τάς
πολυδαιδάλους κεκαττυμένας κρηπΐδας ^, μετά
τών υπέρ τον άστράγαλον λημνίσκων, και εις τήν
περίτεχνον καϊ πολυτελή άσπίδα, έννοουμεν, δ'τΐ
ό νεανίας δέν έξήλθεν εξ οίκου κοινού, άλλ' οίκου
πλουσίου και εύδαίμονος, «οίκου δοκίμου».

Όταν δε τέλος άπίδωμεν εις τοΰς δέλφινας και
τάς δάφνας, αίτινες έκεντήΟησαν έπΐ της έσθήτος
και δέν εινε δυνατόν νά ύποτεθή, ό'τι τοιαύτη έσΟής
ανήκει εις τήν πολεμικήν σκευήν του 'Ρύγχωνος,
ούδ' ό'τι ήτο το σύνηθες καΟημερινόν ίμάτιον του
πλούτου έν τοις άπερίττοις καϊ λιτοΐς έκείνοις
χρόνοις, προ πάντων δε όταν θεωρήσωμεν τον περι
τό κράνος στέφανον δάφνης, έλκυόμεΟα νά δεχθώ-
μεν, ότι εχομεν προ ημών «δαφναφόρον» του
Ισμηνίου Απόλλωνος τών Θηβών. Τις άλλος έν
θήυαις έδικαιουτο νά φορή κόσμημα, το όποιον
ήτο το διακριτικον έμβλημα ώρισμένου ιερατικού
άξκόματος έν θήβαις ;

Έν Αθήναις και έν πλείσταις άλλαις πόλεσι της
Ελλάδος έπεκράτει ή συνήθεια πλήν τών άλλων

1 Ήλιοδ. ΑίΟ. III, 3 «Κρηπίς μεν αϋτοΓς ίμάντι ©οινικοί διά-
πλοκος υπερ άστράγαλον έσφίγγετο».

τιμών, άς άπένεμον εις διακεκριμένους πολίτας ή
αλλοδαπούς άνδρας, νά προσφέρωσι και στεφάνους
μάλιστα δάφνης. Έν θήβαις ουδέν παράδειγμα
άπαντα απονομής στεφάνου δάφνης εις άνθρωπον
άλλον πλήν του ιερέως το α Ισμηνίου Απόλλω-
νος, ου ήτο έμβλημα ό στέφανος ούτος, όθεν και
τό όνομα δαφναφόρος παραληφθέν κατά τον βοιω-
τικον τοΟτον τύπον και ύπό του Παυσανίου. Εινε
λοιπόν δυνατόν νά δεχθώμεν, ότι ό 'Ρύγχων φο-
ρών τον στέφανον τούτον δέν ήτο ιερεύς «δαφνα-
φάρος» ; Επιτρέπεται σήμερον εις άνθρώπους, μή
δικαιούμενους, νά φορώσι τήν τελετουργικήν στο-
λήν τών ιερέων ήμών ;

Ιδού δε τίς ήτο ή ολη τελετουργική στολή του
«δαφναφόρου» κατά τον Πρόκλον, όστις άπέθανε
τω 485 μ. Χ. (Ρΐιοί ΒίΜ. 321 ΒβΙνΙνθΓ 1821).
περιγράφει δέ τήν τελετήν της δαφνηφορίας άγο-
μένην άνά παν έ'νατον ετος εις τιμήν του Ισμηνίου
Απόλλωνος" «ή δέ δαφνηφορία' ξύλον έλαίας
καταστέφουσι δάφναις και ποικίλοις άνΟεσι' και
έπ' άκρου μεν χαλκή έφαρμόζεται σφαίρα, έκ δέ
ταύτης μικροτέρας έξαρτώσι' κατά δέ το μέσον
τοΟ £ύλου πεοιθέντε£ έλάσσονα της επ1 άκοω σφαΐ-
ραν καθάπτουσι πορφυρά, στέμματα* τά δέ τελευ-
ταία πεοιστέλλουσι κοοκωτώ (στέυ.υ.ατι ένν.) V
Βούλεταί δέ αύτοΐς ή μεν άνωτάτω σφαίρα τον
ήλιον, ω και τον Απόλλωνα άναφέρουσιν, ή δέ
ύποκειμένη τήν σελήνην, τά δέ προσηρτημένα
τών σφαιρ^υν άστρα τε και άστέρας, τά δέ γε
στέμματα τον ένιαύσιον δρόμον' και γάρ και τξε'
ποιουσιν αυτά ·. Άρχει δέ της δαφνηφορίας παις

1 Έν ΕοΒβΙΐβΓ Μΐ/ίΙίΟΐ. Ι-,βΧ I 424 γράφει ό αρθρογράφος
κρίκωτω, έρμηνεύων δίσκον η σφαΐραν έκ κρίκων προ; υποδ^λοΛσιν
ιών φάσεων, λέγει, της σελήνης. Άλλ' ό Πρόκλος αγνοεί έν τη

αμέσως άκολουθοΰση ερμηνεία τοιούτον τι ουδέ δεΐται αυτού. Απλώς
δηλοΐ οτι, έν αντιθέσει πρός τα πορφυρά, δια κροκωτου σ/οινίου ή
ταινίας στερεουται εις τό κάτω άκρον της ράβδου το τέρμα τών πορ-
φυρών στεμμάτων. Πρβλ. καϊ 8Ϊ6θ1ίβ ΟοΙΙβΙ'αίΙΗΜίίβ 174 έ;.,
»ΐ. Η3ΓΙΊ80Π ΊΊίβηΐΪ8 437 ές. Άς σημειωΟη ενταύθα, οτι προς την
κωπώ ανάλογος ε ι ν ε η φερομένη είρεσιώνη τών Παναθηναίων Κλημ.

Άλες". Προτο. 'έχδ. δΐϋΐιΐϊπ. 10, 10, σ. 299. Ρίαίιΐ Πβ Αΐΐιβιι.

ρονψ. βαβκίβ 16 έξ. Ρ1βγ Όβ Ιαηαβ ίη αηίϊΰ[ηονυ/ηι ΗΗύη§

1(3Η. 58 έ;. Ό Η3113ΘΓ δέ νομίζει, ό'τι ευρίσκει επί αγγείου εικόνα
συγγενή πρός δαφναφόρον {ΡΗίΙθΙθ011$ 1895, 385 ές". πρβλ. Ηοοίν
Ον. ΨβίΗβρβϋν. 98. 33,112 εξ.). Περί της κωπους λέγει ό λ¥ίΐ3.
ΙΠΟΈνίΙΖ ΗβΤΙΗββ 1899, 224 ότι ητό ποτε σύμβολον του θεου, όθεν ο
Οοοίΐ ΓοΙΜοτβ 15,409 δέ/εται, ότι ό δαφναφόρος εικονίζει αύτον
τον θεόν. Όρα καϊ ΝΪ1880Π $ΗβύΙΐ. Ρββέβ 161 έ|.

2 "Ισως ό Πρόκλος συγ/έει τόν ένιαυτον τών 365 ημερών προ;
loading ...