Hē En Athēnais Archaiologikē Hetaireia   [Hrsg.]
Archaiologikē ephēmeris: periodikon tēs en Athēnais Archaiologikēs Hetaireias — 1920

Seite: 7
Zitierlink: i
http://digi.ub.uni-heidelberg.de/diglit/aephem1920/0017
Lizenz: Creative Commons - Namensnennung - Weitergabe unter gleichen Bedingungen
facsimile
-αε 1920

Ύοΐΐβταίί'. Αί δύο δέ γραμμαί, αίτινες έν τ?) αύτη
£ΐκόνι σχηματίζουσι τρίτον όρατόν διάμεσον πόδα
της έδρας του γέροντος, έσχηματίσθησαν έκ πλά-
νης του άντιγράψαντος, παραγνωρίσαντο: γραμ-
μήν διήκουσαν δι όλου του ύψους της στήλης
καΐ χαραχθε*ίσαν ύπΌ του τε/νίτου προς ορισμό ν
του κατακόρυφου άξονος αυτής, ώς δεικνύει το
Ιμόν άντίγραφον. Ή γραμμή, κατερχόμενη εις
την ταινίαν, μάλιστα και πηδώσα έπι το κράνος,
αναφαίνεται κάτω έπι του δεξιού μηρού, της κνή-
μης και του άκρου ποδός1. Έπειτα -ρέπει νά
όρισθή ώς εντελώς βέβαιον, ότι ή έτερα μορφή ή
απέναντι του γέροντος κά.Οηται έπι άργου λίθου.
Ή μορφή αύτη παρά πάσαν την άμυδρότητα του
περιγράμματος της κόμης, ήτις δια του χρώματος
Οά δΐεμοργ^9το έναργέστερον, εΐνε όμως, ώς δεικνύει
ό ιματισμός, γυνή και ουχί νεανίας. Κρατεί δε εις
τήν δεξιάν/εΐρα άντικείμενόν τι ώς καρπόν ή άγγειον
μικρόν (οίονει φιάλην προοπτικώς δεδηλωμένην).

"Ετι σπουδαιότερον όμως είνε τό γεγονός, οτι
αί μορφαί, άς εικονίζει το αέτωμα, δεν είνε δύο
άλλα τρεις. Ή τρίτη μορφή εΐνε μικρός παις, ού
τό σώμα όλόκληρον πλήν της κεφαλής δεικνύει ή
είκών του λΓο11§'ΓΒΪί. Ό παις ούτος, όρθιος γυμνός
ποό του γέροντος ιστάμενο:, έρείοει τά: '/εϊρχς
αύτοΰ έπι τών γονάτων του γέροντος, όν ατενίζει
προσκλίνοντα την κεφαλήν, έν στάσει γνωστή έκ
τών νομισμάτων του ϊάραντος και ούχ ήττον έξ
Αττικών και Βοιωτικών ανάγλυφων ^ μετά της
προσθέτου μάλιστα άνατάσεως τών βραχιόνουν του
παιδός έν είκόνι, ήτις έθελξε και τον Δάντην

1 Ό Ζιλλιερόν παραλιπών μέρη τινά αΰτης, έξέτεινεν αύτην Ιξ
αντιθέτου χα' εϊς τό μικρόν διάστημα μεταςύ τη; κνήμης και της
οπίσθιας γραμμής τοΰ ανωμάλου εδάφους, ο δεν εΐνε ορθόν. Έχει
άπεξεσΟη ή γραμμή ύπο τοΰ τ ε'/ν ^τ 0 υ 5 παρασκευάζοντος άνώμαλον
την έπιοάνειαν τοΰ εδάφους πρός ΰποδθ"/ήν χρώματος.·—'ΙΙ γραμμή
αΰτη δεικνύει, οτι ό τε/νίτης 'εκήδετο της ευσταθείας του σώματος
τοΰ εικονιζόμενου ή και οτι ό τύπος της εικόνος ήτο ηδη άπό μακρού
καθαρισμένος και ώρισμέναι απόστασε ι; σημείων τινών άπο τοΰ κα-
τακόρυφου αςονος εδιδον τάς κυρίας γραμΜ.ά; της εικόνος (πρβλ.

Βίβ. ϊ. α. 155).

2 Οοπζθ Αίί. ΟναϋτβΙ. άρ.Ο. 58, πίν. 26,27,86,92,100,134.
Άρχ. Έφ. 1903, 104 σημ. Γυι-ίλν&η^ΙβΓ ΟοΙίββί. 8α\)οητοΐΐ
I σ. 43. ΚοάβηΛΥΒίάΙ ^α1ι^ϊ)η^1ι 1913 πίν. 29, 30. '^.ΛεΑτ.
1917, 41,.

3 Έν τω Παραδείσω XXIII, 41.

Ε οοιώθ ί^ηΙοΠη α\ιβ ίη νβι- 13 ΐϊίαιηιηα

Ιβηάθ 1θ 1»Γ3θθί&, ροϊ ςυβ Ί ΙαίΙβ ρΐ'ββθ

ρβΐ' Γαηίηιο οΐιβ 'ηίϊη άί ϊιιογ '8 ϊηϊϊ&ιηιηα κλ.

,/Όρα και τό σ/όλιον Ιν τη έκδόσει τοΰ τοπ1π188θο σ. 347 έ?.).

Ηδη γνωστού όντος, ότι ό αρχαίος Έλλην καλ-
λιτέχνης ουδέν έποίει άνευ λόγου και δή και εις τά
λακωνικά μεν περί τά σύμβολα βαθέα δε περί τά
νοήματα έργα τών σεμνών χρόνων, εις ους άνήκει
ή στήλη του Ρύγχωνος, εγείρεται το έρώτημα:
διατί ό μεν πωγο^νοφόρος άνήρ κάΟηται έπι θρόνου,
ή δε γυνή έπι λίθου άργου ; Ουδεμία βεβαίως ύπο-
δήλωσις αρχιτεκτονικού- κτιρίου υπάρχει έν τή
περιστάσει' άλλ' άν οί άνθρωποι ευρίσκονται έν
τώ ύπαίθοοΛ, διατί δεν κάθηνται άμ,φότεροι έπι
λίθων; άν δε υποτίθεται ή σκηνή εν τινι κτιρίου,
ενθα θρόνοι τινές είνε μέρη της απαραιτήτου κατα-
σκευή:, δια τί νά υ.ή κάθηνται άμοότεοοι επί
θρόν(ον; ή τί ζητεί ό αργός λίθος έν τω κτιρίω.
Και άν τό κτίριον ήτο πτί-οχόν, δεν ώφειλεν ό τε-
χνίτης νά έμφαν-ίση αυτό πλουσιώτερον, άφ' ου ή
τέχνη τότε πάν θέμα αυτής ήγωνίζετο νά είκονίση
ού/ί οίον ήτο, άλλ' οίον εδει κατά τον τεχνίτην
νά εϊνε; «Ακούω κεΐσθαι νόμον θήβησι προστάτ-
τοντα τοις τεχνίταις και τοις γραφικοΐς και τοΤς
πλαστικοις ές το κρεΐττον τάς εικόνας μιμεΐσθαι'
απειλεί δέ ό νόμος τοις ές τό χείρον ποτε ή πλά-
σασιν ή γράψασιν ζημίαν το τίμημα*» (Αίλ τι.Ι.
4,4). Ένόαισα λοιπόν, ότι τό πράγμα δεν εΐνε
τυχαΐον αναζητών δ έρμηνείαν τινά, έστηρί/θην
εις τι νωρίον τοΰ Παυσανίου. Ούτος περιγράφων
τον ναόν του Ίσμηνίου Απόλλωνος λέγει (IX, 9, 3)
«εστί δ' ένταυθα λίϋος, έφ' ώ Μαντώ Φασιν τήν
Τειρεσίου καθέζεσθαι Ούτος μεν [ό λίθος) προ της
εισόδου (ένν. του ναοΟ) κείται, και οί το όνομά
έστι και ές ήμάς ετι Μαντοΰς δίφρος» {-ρβλ.'Άρχ.
Δελτ. 1917, 36,41). Ό λίθος ούτος έχει άναλο-
γίαν ποό: τήν έν Αελοοΐ: πέτοαν της Σιβύλλη:
της παμπάλαιας ταύτης προφήτιδος της Γης. Η
Σίβυλλα έπι της πέτρας εκείνης καθημένη ήδε
τους χρησμούς. Ή Μαντώ θά ήτο άνάλογόν τι
υ.υθικον ποόσ(οπον έν τώ ίεοώ τοΰ Ίσυ.ηνίου 'Απόλ-
λωνος, ένθα έδίδοντο επίσης χρησμοί (Ήρόδ.νΐΙΙ
134. Σοφ. Οί. Τ. 21. Πλουτ.Άύσ. 29,10. Άρχ.
Δελτ. 1918, 331Χ) καθ' όν τρόπον και έν Δελφοΐς
άπο τοΰ 424 και έξης ίσως δέ και έν παμπάλαιοι:
χρόνοις. Λοιπόν επειδή ό Ρυγχών κατά τάνωτέρω
ήτο δαφναφόρος τοΰ Ίσμηνίου Απόλλωνος, ίσως
ή παράστασις, είπον, τοΰ αετώματος δηλοΐ τελε-
τήν τινα σχετικήν ή προς τήν καθιέρωσιν τοΰ δα-
loading ...