Hē En Athēnais Archaiologikē Hetaireia   [Hrsg.]
Archaiologikē ephēmeris: periodikon tēs en Athēnais Archaiologikēs Hetaireias — 1920

Seite: 66
Zitierlink: i
http://digi.ub.uni-heidelberg.de/diglit/aephem1920/0076
Lizenz: Creative Commons - Namensnennung - Weitergabe unter gleichen Bedingungen
facsimile
66 Κ. Μαλτέζος' Ή δικαστική κλεψύδρα και ή διαμεμετρημένη ήμερα.

Α Ε 1920

στίχου δικαστηρίου Α, οήλον οτι εις αμφορευς
έκενοϋτο ακριβώς εις μίαν ώραν των συντομωτέ-
•ρων ήμερων του έτους έν Αθήναις (καί, πιθανώς,
ύπό μέσην θερμοκρασίαν την του Δεκεμβρίου μηνός)

Ή θεωρία αύτη φαίνεται τω Φωτιάδη εύλογος
και ευφυέστατη" άλλ' έν ω ούτος αποκρούει μεν
αυτήν στηριζόμενος το μεν επί τών μαρτυριών τών
γραμματικών (σχολιαστών του Αισχύνου) το δε
και έπί τίνων άλλων τεκμηρίων, θεωρεί όμως ώς
πρόβλημα προς λύσιν τήν διαίρεσιν της όλης ημέ-
ρας εις 11 ίσα μέρη. Εξακολουθώ και εγώ νά δέ-
χωμαι οτι ή διαμεμετρημένη ήμερα διηρεΐτο εις 1 I
ίσα μέρη, ένεκα τών αναπτυχθέντων λόγων, ούδε-
μίαν εύρίσκων μαρτυρίαν υπέρ της γνώμης του ΚθΠ

Ή αιτία της τοιαύτης διαιρέσεως οφείλεται πι-
θανώς εις τον έτερον τών επομένων λόγων. Ώς
διάρκειαν της βραχυτέρας ήμέρας του έτους έν
'Αθήναις είχον λάβη (ΑΕ 1902) 9ω 29λ, ήτις
διαιρούμενη διά του 11 παρέχει &άοκείαΐ' τοϋ
άμφορέως θ!λ 442 " άλλά, λαμβανομένου ύπ όψιν
του χρόνου καθ δν ό ήλιος κρύπτεται υπό τών ορέων
της Αττικής, κατεβίβαζον,ώς είπον προηγουμένως,
τήν διάρκειαν του άμφορέως εις δ1λ περίπου. Ο δέ
Φωτιάδης (Άθ. 1904, σ. 10), δεχόμενος ώς έλα/ί-
στην διάρκειαν της έν Αθήναι; ήμέρας περί το 400
π. Χ. (κατά τον υπολογισμό ν του Δ. Αίγινήτου,
διευθυντού του 'Αστεροσκοπείου Αθηνών) 9ω 2ο,
8,λ ,έδέχθη ώς διάρκειαν του άμφορέως 51λ 26° .
("*ελήσας όμως κατά τον παρελθόντα Δεκέαβοιον νά

ί - ι - ι ΓΙ

έΕακοιβώσω τον νρόνον καθ' 6ν ό "Ηλιος εύοίσ/.ε-
ται δρατδς έν Αθήναις, κατά τάς βραχυτάτας
ήμέρας, εύρον οτι ό 1 μηττος αποκρύπτει τον
Ήλιον έπι πλειότερον ή όσον είχον, άνευ άμεσων
παρατηρήσεων, άλλοτε δεχθή. Όντως, ώς αρχή
της δικαστικής ήμέρας παρά τοις άρχαίοις έ.λαμ-
βάνετο ή άνατολή του ήλίου ^ή στιγμή της εμφα-
νίσεως του χείλους του ήλίου υπεράνω τοΟ ορίζον-
τος). Ή στιγμή αύτη διά τάς Αθήνας, εις χρόνον
της ανατολικής Ευρώπης διωρθωμένη έκ της δια-

1 Ώς συνέοαινό προκειμένης της συγκροτη'σεως της εκκλησίας του
δήμου έν Ίασω (ορα προηγουμένως τήν Ίασικήν επιγραφών).

2 Του προηγουμένου -/ωρίου, ώς και του ενταύθα παρατιθεμένου
ετέρου σχολιαστοΰ ; <τοις περί τών μεγίστων άγωνιζομένοις διηρεΐτο
ή ή μέρα και εδίδετο αϋτοΐς ήμισυ μεν τώ κατηγορώ, ήμισυ δε τω
άπολογουμένω καϊ διεμετρεΐτο το ΰδωρ ό'σον επαρκεί είς τάς ο'ίρας
του ήμίσεος μέρους της ήμέρας. Τούτο δέ άπό μιας ώρας».

θλάσεως, κατά τήν 9/22 Δεκεμβρίου, είνε 7ω
41λ·, ή δέ στιγμή της δύσεως, ομοίως, 17ω 7λ· ,
καθ1 ά εύηρεστήθη νά με πληροφορήση ό κ. Δ.
Αιγινήτης. Λόγω ό'μως της θέσεως και του σχή-
ματος τών προς άνατολάς ορέων της Αττικής, ή
στιγμή τής άνατολής πολύ διαφέρει κατά τά διά-
φορα σημεία τής πεδιάδος τών Ά$ηνών. Ούτω
τά πρώτον φωτιζόμενα μέρη Οπό του ήλίου κατά
Δεκέμβριον είνε ή Πάρνης μέχρι του μέσου, μεθ' ό
άρχεται φωτιζόμενον τό βόρειον τμήμα του άνω
Αιγάλεω (Ζαχαρίτσα), είτα τό νότιον τμήμα αύτου
και ή Μουνιχία, Ό δέ Παρθενών φωτίζεται πολύ
βραδύτερον. Προφανώς άρα έλαμβάνετο κατά τήν
αρχαιότητα ώς θέσις, εξ ής έλογίζετο ή άνατολή
του ήλίου, εξέχον τι ση μείον περί τήν Άκρόπολιν
ή και έπι τής Ακροπόλεως. Διό, δεχόμενοι ώς άρ-
χήν τής δικαστικής ήμέρας τήν στιγμήν καθ' ήν αί
πρώται ήλιακαι ακτίνες φωτίζουσι τον Παρθενώνα
φρονώ οτι ολίγον άπέχομεν τής αληθείας.

Ούτω μετρήσας εύρον οτι δ χρόνος Ό παρερχό-
μενος μεταξύ τής στιγμής ταύτης και τής αλη-
θούς δύσεως του ήλίου, τή 9/22 Δεκεμβρίου,
τουτέστιν ή διάρκεια τής νομίμου διαμεμετρημένης
ήμέρας κατ έμέ, ανέρχεται περίπου εις έννέα ώρας
μέσου ήλιακου χρόνου. Τήν μείωσιν δέ ταύτην
ήδύναντο νά υπολογίζωσι κατά προσέγγισιν και οί
αρχαίοι Αθηναίοι διά τών γνωμόνων και τών μεσημ-
βρινών ήλιακών (ορολογιών (διαφορά γωνίας τής
σκιάς του στυλίσκου ώς προς τήν μεσημβρινήν
γραμμήν κατά τήν άνατολήν και τήν <δύσιν του
ήλίου)- Επειοή λοιπόν Ό χρόνος καθ"' δν ό ήλιος
έκρύπτετο υπό τών ορέων κατά τάς βραχυτάτας
ήμέρας του έτους δεν συνυπελογίζετο διά τήν δικα-
στικήν (πρότυπον) ήμέραν, έθεωρήθη ώς άποτε-
λών τό εν τών μερών, του λοιπού χρόνου διαι-
ρεθέντος είς 11 ίσα μέρη.

Ό έτερος πιθανός λόγος είνε Ό εξής. Έάν ή
μέτρησις του χρόνου διά τών κλεψύδρων είχεν
είσαχθή πρωιμως έν Αθήναις, πιθανώτατα ή
βραχυτέρα ήμέρα είχε τό πρώτον διαμετρηθή
διά δώδεκα μετρητών ύδατος, ώστε έκαστος με-
τρητής νά κενώται είς μίαν ώραν τής ήμέρας
ταύτης, του μετρητού λαμβανομένου ίσου προς
ένα κυβικόν πόδα Αίγινητικον ή Φειδώνειον. Άλλά
βραδύτερον εισήχθη έν Αθήναις τό Σολώνειον
loading ...