Hē En Athēnais Archaiologikē Hetaireia   [Hrsg.]
Archaiologikē ephēmeris: periodikon tēs en Athēnais Archaiologikēs Hetaireias — 1922

Seite: 107
Zitierlink: i
http://digi.ub.uni-heidelberg.de/diglit/aephem1922/0116
Lizenz: Creative Commons - Namensnennung - Weitergabe unter gleichen Bedingungen
facsimile
Α Ε 1922

Αεονάρδος: Αμφιάρειον. 107

απόκομμα πλησίον, δίχα τεθραυμένον" ωσαύτως
δέ δίστοιχος είνε και 6 μεταξύ του 131 και του
132 τοίχος· ό δέ βόρειος τοίχος των κτισμάτων
131-135 είνε παράλληλος τη βορραθεν αυτών
κειμένη άντηρίδι ^ΥίΓ, ήτις άπο της όδου 108 ί}'<5)
προς ανατολάς φερομένη και έχουσα ύψος 2 80
(ορα τομήν εν είκ. 2α ΰχ} είνε ό νότιος τοίχος των
οίκοδομημάτιυν 109η -124.

Βορράθεν της υψηλής άντηρίδος (ΝΞ) έςεκαλύ-
φθησαν λείψανα τετρακαιδεκαστύλου στοάς οωρι-
κοΟ ρυθμού (Ε-Λ), ηύρέθη δέ και άπότμημα δω-
ρικού κιοκράνου. Έπί τής νοτίας πλευράς (ΗΘ)
σώζεται κατά /ώραν ορθοστάτης ασβεστόλιθου ρ
(·3ψ 0 63, πλ. ώς 0 765, πάχ. 0 44), τοιχοδο-
μίας παρεμφερούς τή των έπί τής αριστεράς του
χειμάρρου όχθης θερμών (ΠΑΕ 18903ΐ)· ήσαν
οέ οί κίονες ασβεστόλιθου, άρράβδωτοι, πέντε μεν
(αρ. 1-5) νοτόθεν τής βορείου πλευράς, πέντε οέ
ίάο. 8-12) 3οοοάθεν τής νοτίας πλευράς, δύο δέ
(αρ. 6 και 7) δυσμόθεν τής ανατολικής πλευράς,
δύο δέ (αρ. 13 και 1.4) άνατολόθεν τής δυσμικής
πλευράς,Γδρυντο δέούχί έπι διανεκούς στυλοβάτου,
άλλ'έπί μονήρους έκαστος επιμήκους ύποβατήρος
πώρινου' σώζονται δέ κατά χώραν οί υποβατή-
οες τών κιόνο^ν και ο κατώτατος σπόνδυλος ίοιάμ.
0 42, ύψ. ± 0 474) εκάστου τών δυσμικών τεσ-
σάριυν κιόνων τής νοτίας κιοστοιχίας και τών ανα-
τολικών δύο κιόνων τής βορείου κιοστοιχίας" τΌ
υ,εταςόνιον τών αακοοτεοων κιοστοινιών, τής τε
βορείου (άρ. 1-5) και τής νοτίας (άρ. 8-12), είνε
±2 85, τής δέ ανατολικής (5-8) και τής δυσμικής
(12-1; ήν ± 2 47· οί ύποβατήρες τής μέν βο-
ρειου και της νοτιάς κιοστοιχιας εχουσι ουσμανα-
τολικήν την φοράν, οί δέ μεταξύ, οί' τε ανατολικοί
δύο (6 και 7) και οί δυσμικοι (13 και 14), έπικαρ-
σίαν τζοΗς την τών είρημένων, ήγουν βορρονότιον*
έπί τοΟ θεμελίου τής δυσμικής πλευράς \ΘΚ) τής
στοάς έν τω τοίχω I ένωκοδόμηται σφόνδυλος σ,
όρθιος και τοις είρημένοις όμοιος, ουχί κατα χώραν
κείμενος, άλλ' έκ τών πεπτωκότων είλημμένος.
Βορραθεν του κίονος 2, έν 110α, ύπήρχε δίοδος,
παρά δέ το νότιον άκρον τής δυσμικής πλευράς
υπήρχε θύρωμα, #, πλ. 1 05, όπερ ένεφράχθη
ύστερον, ό'τε και άλλοι, κατερηριμμένης ήδη τής
στοάς, ήλάθησαν τοίχοι, οί μέν έπικαρσίως, οί'τινες

και απετέλεσαν τους χώρους 116 116α και 117
117", έχοντας το δάπεδον ύπέρ την κορυφήν τών
είρημένων κατωτάτων σφονδύλων (τότε ύπέρ τον
άρχαιον του είρημένου θυρώματος $ όδόν ετέθη
ύψίτερον άλλος οδός [γείσου πουρίνου τμήμα],
όστις ωσαύτως έπειτα ένεφράχθη), εις δέ,
επι τής βορείου κιοστοιχίας, έν ω και ένωκοδομή-
θησαν οί είρημένοι δύο ταύτης σφόνδυλοι έπί τών
οικείων βατήρων (4 και 5), εις δέ, χνφ (το ν είνε
βάσις λευκού μαρμάρου έπωκοδομημένη, ύψ. 0 21,
πλ. 0 61, πάχ [βορρονότιον] 0 62), βορραθεν
τής νοτίας κιοστοιχίας παραλλήλως σχεδόν, όστις
και έκάλυψε τό νότιον μέρος του βατήρος 13.
Νοτόθεν του κν του τοίχου κιγ ηύρέθη προς αυτώ
εν βάθει ΰπο τό δάπεδον τών είρημένων ύστερων
κτισμάτων δεξιός πους χαλκοΟ άνδριάντος εφίππου
(ΠΑΕ 1909120 ,ί,., ένθάδε είκ. 2 π, είκ. 3α^
[σ. 106], νΟν έν τω έν Άθήνησι άρχαιολογικώ
μουσείω, ΑΑΜ 13740)· ό πους σώζεται κάλλιστα
μέχρι του μεσοκνημίου, μ 0 28, ύψ.0 25, φέρει
οέ πέοιλον μετά πτερνιστήρος και ίμάντος, ού τά
ούο άκρα άπό τής του ποδός ράχεως ανιόντα και
τας έκατερουθεν του πέλματος άγκύλας προσεφελ-
κόμενα χειάζονται πολλάκις μέχρι άν^ο, όθεν και
εις όιπλουν βρόχον συνημμένα κατίασι. Ότι δέ
ό άνοριάς ήν έφ ίππου, έμφαίνεται εκ τε του μύω-
πος και έκ του πέλματος, τής κάτω έπι^ανείας,
ποιηθείσης ίνα ορατή ή, ε χει δέ αύτη τό φυσικόν
του ποδός σχήμα" τό πέδιλον φαίνεται διπέλμως
κεκαττυμένον, φέρει δέ και τρίτον κάττυμα, ύπο
τω προσθίω ήμίσει τής κάτω επιφανείας ύποβε-
βλημένον, λεπτόν, λοξώς προς τά είσω και πρόσω
τετμημένον, και ΰποπτέρνιον, έπ' ίσης λεπτόν και
λοςότομον. Ο άνδριάς ί'δρυτο, ώς είκάσαι, έπί τής
ετέρας του χειμάρρου όχθης, ένθα και πολλών
άλλων σώζονται νυν τά Βάθρα.

Νομίσματα δέ ηύρέθησαν 128 χαλκά (78 τώ
1921 και 50 τώ 1922) και εν άογυοοΟν (Ρόδου'
ηύρέθη έν 142 Ανν τώ 1922), ά και Άθήναζε
κομισθέντα κατετέθησαν έν τώ νομισματικώ μου-
σείω (ΝΜ 1921 ΧΖ' 1922ιρ^, είνε δέ άλλων τε
και Ώρωπίων (πρβ ά. σ. 101α), Βοιιοτών, Αθη-
ναίων, Ελευσίνιων, Έρμιονέων, θασίων, Ιστι-
αιέων, Αοκρών, "Μεγαρέων, Φωκέων, Χαλκ-.-
δέων.
loading ...