Hē En Athēnais Archaiologikē Hetaireia   [Hrsg.]
Archaiologikē ephēmeris: periodikon tēs en Athēnais Archaiologikēs Hetaireias — 1924

Seite: 27
Zitierlink: i
http://digi.ub.uni-heidelberg.de/diglit/aephem1924/0037
Lizenz: Creative Commons - Namensnennung - Weitergabe unter gleichen Bedingungen
facsimile
αε 1924

27

ΜΙΝΔΗ-ΜΕΝΔΗ Η ΠΑΤΡΙΣ ΤΟΥ ΠΑΙΩΝΙΟΥ

υπο γεωργιου π. οικονομου.
1, το τογγωνυμιον μινδη-μενδη και τα νομισματα τησ μενδησ.

Εΐναι γνωστόν δτι ή πόλις Μένδη της έν Μακεδονία Χαλκιδικής χερσονήσου
έκοψε κατά τον 6ον π. Χ. αιώνα τελευτώντα νομίσματα τρέροντα ώς έπι το πλείστον ώς
πρόσθιον τύπον δνον ίθυφαλλικόν, έφ' ου, παρά την ούράν
έπικάθηται πτηνόν ραμφίζον την πυγήν τοΰ όνου. Το πτηνόν
τοϋτο άλλοι όνομάζουσι κόρακα, άλλοι κορώνην καΐ [άλλοι
ψαρα (είκ. ^· πρβ. Βαοβίοη Τΐ'αΐΙβ άθβ ιηοηη&ϊθ8 II 1, 1131 έ·
άρ. 1596-1605 έ. Ηβαά ΗίβίοΓ. ηαιη.2 211. Κθ§1ΐη§ Ζθίί. £
Ναηιϊβηιαί,ϊΐί XXXIV 1923, 7 έ. Βειοβίοη Εθν. ηυηιϊβιηειίίαυρ,
1922,103 έ. = περί τοΰ ευρήματος της Καλλάνδρας, περιέ-
χοντος νεώτερα νομίσματα της Μένδης. Το έν τή είκ. 1 νό-
μισμα είναι τό παρά ΒεΛβΙοη Ύτ&ϊίέ II 1, 213!) άρ. 1618
πίν. ΙΤ, 14 Ρβπεγ ΟβοπιθΙ αββ ιηβά&ΐΙΙθΒ).

Ό Κβ£ΐίη§ (ΖίΝ 1923) απορρίπτων την περί τοΰ 1. Νόμιομα τής ΜΜης (2:1).

, , , (Ίχνογράφημα Ά. Ξνγγοπονλον).

πτηνοΰ ώς κόρακος παρα τε τοις προγενεστεροις και αύτώ

τω Β&οβίοη άπαντώσαν έρμηνείαν καταλήγει εις την παραδοχήν της γνώμης ότι το παρι-
στώμενον πτηνόν εΐναι μάλλον ψάρ (81&γ), τό κοινώς λεγόμενον ψαρώνι, τό όποιον άνή-
κεν εις την οίκογένειαν τών Βουφαγιδών καΐ, όπως ό ΜαάβηΙιαοΙίβΓ έν Αφρική, οΰτω καΐ
τοϋτο έν Ευρώπη, ήτο εύεργετικόν τών βοών, τών όνων και άλλων ζώων, άτε άποσπών
άπ' αυτών προς ιδίαν αύτοΰ τροφήν τά ζωΰφια τά ένοχλοϋντα αυτά. Την γνώμην ταύτην
ανέπτυξε πρώτος ό ΚθΙΙθγ Όΐβ ειηΐΠίβ ΤίβηνβΙΙ I (1909) 2.50. 267, ιδία δε II 81. 98, ένθα
ό κόραξ τών νομισμάτων τής Μένδης ταυτίζεται προς τον Βοδβηβίδΐ'. Περί τοϋ όνου ώς
διονυσιακού ζώου πρβ. ΚθΙΙθγ αύτ. I 267. 269 ΒΕ2 VI 1,626 έ. Σβορώνος Διεθν. Έφ*
Νομ. Άρχ. XIX 1918-19, 181 έ. θαυμασταί προτομαΐ διονυσιακού όνου έκόσμουν
άρχαίας κλίνας συμποσίων, ευρίσκονται δε συνειλεγμέναι παρά Βαηδοηι ΑηοϊβηΙ Οι-ββίί
ΚΐίΓηϊίαΓθ· πρβ. κα.Ι ΤΤΑΕ 1914, 141. 142 είκ. 7 (Πέλλης).

Ό Μδοάοηαΐά Οοϊη ίγρβ8 108 ηκασε προς έρμηνείαν τοΰ νομισματικού τΰπου της
Μένδης την ΰπαρζιν αγνώστου τινός ήμΐν διονυσιακού μύθου (πρβ. Ββαά ΗΝ2211. Βθ£ΐπΐ£
αύτ. Ιο σημ.1). Είναι αληθές ότι ή δρασις αύτη τοΰ πτηνοϋ δυνατόν νά ήτο εύεργετική τφ
όνω έν τε τοις άρχαίοις καΐ έν νεωτέροις Ίσως χρόνοις, αλλά δεν εΐναι έπίτοΰ νομισματικοΰ
τύπου αμέσως εύκρινής ή σχέσις τοΰ πτηνοΰ πρύς τον έν διονυσιακά» όργασμώ εύρισκόμενον
δνον. Λιότι έν τη νομισματική παραστάσει δεν πρόκειται περι άπλώς νεμομένου όνου, έν
ήσύχω καταστάσει ευρισκομένου, αλλά περι όνου έχοντος έκδηλον τήν προς την διονυσιακήν
μανίαν σχέσιν αυτού. Δεν είναι άρα πιθανόν ότι και έν έστω μέρος της παραστάσεως είναι
loading ...