Hē En Athēnais Archaiologikē Hetaireia   [Hrsg.]
Archaiologikē ephēmeris: periodikon tēs en Athēnais Archaiologikēs Hetaireias — 1924

Seite: 28
Zitierlink: i
http://digi.ub.uni-heidelberg.de/diglit/aephem1924/0038
Lizenz: Creative Commons - Namensnennung - Weitergabe unter gleichen Bedingungen
facsimile
28

Γ. Π. Οικονόμου

ΑΕ 1924

ασχετον προς την δλην αυτής εννοιαν. Δια τοϋτο ό Μ&οάοιίΗΐά, καταφεύγων εις την είκασίαν
περί άγνωστου διονυσιακού μύθου, ανταποκρίνεται εις την αίσθητήν και πο?ιύ λογική ν ανά-
γκην της ένότητος της εννοίας της παραστάσεως, ήτις διασπάται και διαχέεται δια της εισα-
γωγής τοΰ ζφοφίλου πτηνοΰ, άδιαφόρως και ασυνάρτητος καθήμενου έπΐ των νώτων τοΰ
δνου, άπησχολημένου δε περί έργον, δπερ ουχί μόνον θά ήτο απλώς άδιάφορον προς την
κατάστασιν, άλλα και δια της μεγίστης προς ταύτην αντιθέσεως θά προεκάλει εις πάντα
θεατήν έντύπωσιν ούχϊ εύνοϊκήν δια την ενότητα της παραστάσεως. Διότι δέν πρόκειται
ενταύθα περί συμβόλου ανεξαρτήτου τοΰ νομισματικού τύπου, άλλα περί πτηνοΰ αναπό-
σπαστος άνήκοντος εις τήν δλην παράστασιν, τήν δντως εντελώς μοναδικήν.

Και εάν μή δεχθώμεν τήν ύπαρξιν μύθου συνδέοντος τον κόρακα ή τήν κορώνην
προς τον δνον, πάλιν όφείλομεν να δεχθώμεν δτι ό ραμφισμδς δέν είναι άσχετος προς
τήν κατάστασιν τού δνου. Δέν είναι δέ άπίθανον δτι δ ραμφισμδς ούτος συνδέεται προς
«ύτήν τήν διονυσιακήν ύπερέντασιν τοΰ τετραπόδου. Εϊτε είχε διατυπωθή τδ πράγμα έν
μύθω εϊτε ήτο άγνωστον ώς μύθος, δένάποκλείει τήν παρατήρησιν των καθ5 ήμέραν τελου-
μένων, άφ' ών άλλως τε πλειστάκις άφορμώνται οι μύθοι. Τδ πτηνόν, οιονδήποτε και αν
εΐναι, ραμφίζει τήν πυγήν τού δνου εϊτε προς άποκόμισιν ζωυφίων εϊτε, δπερ πιθανώτερον
προς άποκόμισιν τροφής έκ των περι τον χώρον εκείνον υπολειμμάτων κόπρου. Ό ελα-
φρός νυγμός τού ευαίσθητου εκείνου τόπου τού ζώου χρησιμοποιείται υπό τοΰ τεχνίτου, ίνα
δηλωθη ή ενισχυτική της καταστάσεως τοΰ τετραπόδου δράσις τοϋ πτηνού. Εΐναι δέ ούτω
συνδεδεμένα προς άλ?α]λα τά δύο σημεία, ώστε δέν φαίνεται άμέσως ποίον έκ τών δύο
είναι τδ κύριον. Άλλ' δτι τδ εν είναι άνεξάρτητον τού άλλου, ούδόλως φαίνεται πιθανόν.
Τουναντίον παρατηρώ άριστοτεχνικήν τήν παράστασιν της ηδονής τοΰ κτήνους έν τε τη
θέσει της κεφαλής και έν τη άρσει τού σκέλους, θά ήτο δέ έπικίνδυνον νά περιορίζηταί τις
έν τή ερμηνεία ομοίων ακολάστων αρχαίων «παραστάσεων παρασυρόμενος υπό νεωτέρων
αντιλήψεων περι δημοσίας αίδοΰς.

Άλλα καΐ εις τδ δνομα της πόλεως νομίζω δτι ποιεί ύπαινιγμόν ή παράστασις.
Τά άρχαιότατα τών νομισμάτων της Μένδης είναι, ώς γνωστόν, άνεπίγραφα. Τά
μετά ταύτα κοπέντα φέρουσιν έπιγραφήν ΜΙΝ. ΜΙΝΔΑΟΝ ή ΜΙΝΔΑΙΟΝ. ΌΒ&οβΙοη β ν 0. άν.
παρατηρεί δτι δ τύπος τοΰ εθνικού έπϊ τών αρχαιοτάτων νομισμάτων τούτων «είναι άδια-
φόρως ΜΕΝ ή ΜΙΝ· έπειτα υπάρχει ΜΙΝΔΑΟΝ και μινδΑΙΟιν· ό δέ τύπος ΜΕΝΔΑΙΟΝ επι-
κρατεί ύστερον άπδ τών μέσων τοΰ 5ου αιώνος». Τδ ακριβές είναι δτι τδ έπιγράφιον ΜΕΝ
<3έν άπαντα ή μόνον άπαξ κατά τήν περίοδον έκείνην έπϊ νομίσματος, φέροντος ίθυφαλλικδν
ήμίονον ή δνον, ήτοι έπϊ άργυροΰ τετρωβόλου της συλλ,ογής Η. "νΥθύβι· (Ναηι. Ογιγοπ. 1898,
252 άρ. 8). Τδ τετρώβολον τούτο, έφ' δσον δύναται τις νά κρίνη έκ τών άπεικονίσεοον, δέν
είναι άναμφισθητήτως τών πρώτων έπιγεγραμμένων εκδόσεων, άλλα δύναται νά άνήκη εις
τήν μεταβατικήν περίοδον τοΰ μεταβεβλημένου ώς προς τόν πρώτην συλλαβήν έπιγραφίου,
τούτο δέ, διότι ό τύπος ■ ΕΝΔΑΐοΝ εΐναι ό ύστερον δι* δλης της σειράς τών νομισμάτων της
Μένδης κρατών. Διά τούτο δέ σχεδόν περιττεύει νύν πλ,έον ή έπανόρθωσις της γνώμης τού
ΚΪΓθύΙιο££ δίυάϊβη ζ. 6θ3θ1ι. άβ3 §γϊθο1ι. Αίμΐΐίΐοβίβ 4 (1887) 119 έ, δτι προγενέστερος εΐναι
δτύποςτοΰ νομισμ. έπιγραφίου ΜΕΝΔΑΙοΝ, ύστερος δέ ό τοΰ ΜΙΝΔΑΟΝ.

Απομένει άρα ώς πρώτος τύπος τού ονόματος της πόλεως ό τοΰ ΜΙΝΔΗ. Άλλ' δ
σχηματισμός Μι'νδη άπδ τού μΐνΰ>η είναι ούτω σύμφωνος προς τούς φθογγολογικούς νό-
loading ...