Hē En Athēnais Archaiologikē Hetaireia   [Hrsg.]
Archaiologikē ephēmeris: periodikon tēs en Athēnais Archaiologikēs Hetaireias — 1924

Seite: 30
Zitierlink: i
http://digi.ub.uni-heidelberg.de/diglit/aephem1924/0040
Lizenz: Creative Commons - Namensnennung - Weitergabe unter gleichen Bedingungen
facsimile
30

Γ. Π. Οικονόμου

αε 1924

νομίζω δτι συνδέεται πάντως προς τήν υπό τοΰ Ησυχίου άναφερομένην γλώσσαν: τινϋόν^
έφϋόν, (πρβ. λεξικά) και τινϋαλέος=ϋε^μός κλπ· ώστε Τίνδη=Τίνθη=Θέριιη.

Ωσαύτως αξία .προσοχής γλωσσικώς εΐναι και ή υπό τοΰ Ηροδότου Η, 123 ώς
παρά τον Θερμαϊον κό?ιπον κειμένη άναορερομένη πόλις ΣίνΔος, (Ρίοΐί νθ. 106, 191), ήν 6
Στέφανος λέγει ΣίνΘον, αϊ δέ Άττικαί φορολογικά! άναγραφαι καλοϋσι Σίνον (πρβ.
ΒοθοΙΛ δίδ&ίβΐΐίΐιΐδΐι&ΐί; άθΓ ΑίΙιβηβΓ II, 728 και δίβίη (εις Ήρόδοτον αύτ.)δστις βέβαιοι τον
τύπον ΣίνΔος καΐ εκ τοΰ Άντιοχέως γραμματικού, τού Ήρωδιανοϋ δέ μαθητού, Αρκα-
δίου 48,9). Έκ τού Ησυχίου είναι περιειλημμένη έν τοις λεξικοΐς ή γλώσσα: αίνδις' γέρων.

Κατά ταύτα αί έν τω λεξικώ των κυρίων ονομάτων τοΰ Ρ&ρβ και Ββηδβΐθΐ· έν λ*
Μένδη άπαντώσαι έτυμολογίαι δτι το Μένδη=Μέλδη ήτοι δοΐιιηβΐζ εϊτε έκ ρίζης Μεν—
Ιιθίββ ήτοι Μένουσα δεν φαίνονται ουδεμιάς άξιαι προσοχής.

Ότι έκ τού μίνθη προήλθεν ό τύπος *μένθη—Μένδη δεν υπάρχει αμφιβολία. Βέ-
βαιον εΐναι δτι τύπου τοΰ προσηγορικού *μένϋη δεν έσώθη παράδειγμα, έφ'όσον τουλάχιστον
δύναται τούτο νά έξακριβωθή διά των λεξικών. Είναι έν τούτοις άξιον σημειώσεως δτι
οί "Ρωμαίοι άποδίδουσι τήν Έλλην. μίνϋ'ην διά τής Λατ. λέξ. ή μάλλον μεταγραφής
ιηβηΐΐιβ. —Ό Στέφανος ό Βυζ. έν λ. Καλαμένϋη σημειοϋται: Καλαμένϋη, ήτις καί
Καλαμίνϋη, πόλις Λιβύης, Εκαταίος περιηγηθεί. Κρειττον ονν ώς Ηρόδοτος διά
τοΰ ι πόλις Φοινίκων. Αλλ' ένταΰθα ϊσως πρόκειται περί ξένου ονόματος.

Κα! ταύτα μεν προς έρμηνείαν τού τοπωνυμίου Μίνδη—Μένδη. Άλλ' ώς προς
τήν λ. μίνϋη όφείλομεν νά παρατηρήσωμεν δτι παρά τήν κυρίαν αυτής σημασίαν, ήτις
δήλοι τύ γνωστόν ευώδες φυτόν, είχε κα! άλλη ν, καταχρηστικήν πιθανώτατα ταύτην. Ή
κόπρος τών κτηνών έκαλεΐτο υπό τών αρχαίων δνϋος, άλλ' έκαλεϊτο ίσως κα! μίνϋ'η. Διότι,
έν φ έ'κ τίνος χωρίου τού Ησυχίου έν λ. μίνϋ'η κα! έν λ. ψώιζος μανθάνομεν δτι μίνθη κα!
μίνθος λέγεται ή ανθρωπεία κόπρος, έν τω εις Αριστοφάνους Πλούτον στ. 313 άρ-
χαίω σχολίω ώς έρμήνευμα τοΰ άριστοφανείου στίχου : μινϋώσομεν ϋ' ώσπερ τράγου
τήν ρίνα κείται: μίνϋΌς κυρίως ή τοΰ τράγου κόπρος, καταχρηστικώς δέ κάί
ή τοΰ άνϋρώπου (πρβ. έκδοσιν σχολίων υπό ΕιιίΙιβί'ΐοΓά I σελ. 40). Άφοΰ άρα ό αρχαίος
σχολιαστής ρητώς λέγει δτι ή μίνθη καταχρηστικώς δηλοΐ τήν άνθρωπίνην κόπρον, εΐναι
σαφές δτι άλλως κανονικώς έδήλ,ου αύτη τήν κόπρον τών ζώων, τούτο δέ δηλοΰται κα! έκ
τής χρήσεως τού Αριστοφάνους. Ότι δμως ή μίνθη έδήλου «κυρίως τήν κόπρον τού
τράγου», ήτοι μόνην ταύτην, υποθέτω δτι εΐναι τοΰ σχολιαστού γνώμη, ήν ούτος θά
έσχημάτισεν έξ αύτοΰ τοΰ χωρίου τού Αριστοφάνους.

Ό Βθο ΜβνβΓ έν τω Ηαηάοιιοΐι άβι· οπβοΐιίδοϊιβη Είνιηο1ο§ίθ IV, 380 παραβάλλων
τό μίνϋη—κόπρος ή Μβηδοΐιβηΐίοί προς τήν μίνϋην τον ήδύοσμον εικάζει δτι αμφό-
τερα διά τήν Ίσχυράν όσμήν ώνομάσθησαν ομοίως. Παρατηρώ έν τούτοις δτι κα! ή λέξις
δνι?Ός=κόπρος ζώων παρουσιάζεται έν τω παραγώγω ρήματι όνϋυλεύω και μετά τοΰ μ
μονϋυλεύω Δέν είναι δέ άπίθανον δτι αι δύο λέξεις, παρά τήν σημασιολογικήν, εχουσι
κα! έτυμολογικήν συγγένειαν. Ό Ρβο ΜβνβΓ έν λ. δνθος σημειοϋται δτι εΐναι «σκοτεινή ή
αρχή τής λέξεως»· πρβ. κα! Βοΐδαοςι ϋίοίΐοηη. βίνιη. 039. 703.

Επανερχόμενος εις τον νομισματικόν τύπον τής Μένδης παρατηρώ δτι ό κόραξ, ό
υπό τοΰ ΚθΙΙθγ κα! τών άκολουθούντων αύτώ έκληφθείς ώς ψάρ, δέν ραμφίζει τήν πυγήν
τού δνου εί μή μόνον προς άποκόμισιν τροφής.
loading ...