Hē En Athēnais Archaiologikē Hetaireia   [Hrsg.]
Archaiologikē ephēmeris: periodikon tēs en Athēnais Archaiologikēs Hetaireias — 1924

Seite: 115
Zitierlink: i
http://digi.ub.uni-heidelberg.de/diglit/aephem1924/0125
Lizenz: Creative Commons - Namensnennung - Weitergabe unter gleichen Bedingungen
facsimile
Α Ε 1024

115

Μελέαγρος εΐδε την παρά τοΰ θηρίου καταστροφήν της πατρίδος του, προσεκάλεσε τους
διασημότερους της Ελλάδος ήρωας εϊς κοινή ν τοΰ φοβεροϋ κάπρου Οήραν. Προσήλθον
δέ τότε ό Άργεΐος μάντις Αμφιάραος, ό Θησεύς και ο Πειρίθους, οί τοΰ Τυνδάρεω
υίοι Κάστ<χ>ρ και Πολυδεύκης, ό Νέστωρ καΐ ό Πηλεύς, οί τοΰ Άφαρέως υιοί "Ιδας και
Λυγκευς, ό 'Λγκαΐος και άλλοι, ιδίως δέ Αιτωλοί και Κουρήτες, γείτονες της Καλυδώνος.
Κα! έξ αυτών δέ τών ορέων της Αρκαδίας ήλθεν ή τοξίκλυτος και ώκΰπους Αταλάντη.

οαρίοηάιιιη οοηνβηβΓοηΙ. Ιη 60 ηϊ νβΓΒΐιβ θαηΐ:

Τελαμών δέ χρυσοϋν αίετόν πέλτης έ'πι

πρόβλημα θηρός, βότρναι δ' έστεψεν κάρα,

Σαλαμίνα κόσμων πατρίδα την ενάμπελον

Κνπριδος δε μίαημ' Αρκάς Αταλάντη κΰνας

και τόξ' έχουσα, πελέκεαις δέ δίοτομον

γέννν έ'παλλ' 'Λγκαΐος- οίδέ θεστίου

παίδες τ δ λαίόν ίχνος άνάρ€νλοι ποδός,

τ δ δ' εν πεδίλοις, ώς έλαφρίζον γόνν

εχ ο ι ε ν , ο ς δη πάσιν Αίταίλοΐς νόμος,

Αηϊηιβιΐνβιΐϊΐϊδ (Ιίΐϊ^βηΐϊβδπιιβ νβιΊ^α Εηιΐρίάίβ 3
Μ&ροηβ 8βι·ν3ί3 ? 3ΪΙ βηϊιιι ϊΐΐβ

Το λαιόν ίχνος άνάρβνλοι ποδός

οί βιιηάβιη ρβάβιη ηικίηιη νβΓ£Ϊ1ίιΐ8 ο,ιιοιμίθ ιΐίχϊΐ
νθ«ίί}|ΪΗ ηικί.ι δΐηΐδίπ
ϊηδίίΙιΐθΓβ ρβ(1Ϊ3 ; ογικΙπβ Ι6£ΐ1 3ΐ<οι·3 νβΓΟ.
Ιη ηιιη (|ΐιΐ(1ρηι Γβ α,ηο νοίϊίρι «Ιικίϊιιηι ιιοβΙιόπιιιι
ηΐ3§ί8 οοηρι-οββίπι·, ηοη ΓβΙίοβυίιηιΐδ Γβιη ρ3ηοϊδ-
βίητίβ ηοίβηι, ι·6ρι·β1ιβηδΐιηι Εαπρίάβιη 3ο Αι-ίδίο,
Ιβΐβ, €(υί ΐ§ηοι·3ηΙΪ3ΐη ίδΐιιιΐ Εηήρίάίβ ίυϊδδβ οοιιίεη-
άίΐ, Αβΐοΐοδ βηίπι ηοη Ιαβνηιη ρβα'βιιι Ιιη&οΓβ ηιιάυιη-
86(1 (ΙβχίΓαηι. 0}ιιοά ηβ αάίίπηεηι ροΐϊακ ιιιΐ3ΐη ρι-ο-
Ιιβηι, ίρ88 ΑΗδΙοΙεΙΪΒ νβι·1)3 ροηαιη οχ Ηοιό, ςιιβιη
άβ ροβΙΪ3 βεβιηιάιηη δοπρδίί, ίη ο,πο ιΐβ Εάτίρίάβ 1ο-

11116118 810 3ΪΙ τονς δε θεσιίου κόρονς τον μεν άριοτερόν
πόδα φηο'ιν Ενριπίδης έλθεϊν έχοντας άνυπόδετον [λέγει]
τδ λαιόν Ίχνος ήσαν άνάρ&νλοι ποδός,
τό δ' εν πεδίλοις, ώς έλαφρίζον γόνυ
έ'χοιεν,

ώς δη παν τονναντίον έ'θος τοις Αίτιολοΐς. Τον μεν γάρ
άριστερδν νποδέδενται, τον δέ δεξιόν άννποδετοϋσιν. δει
γάρ, οϊμαι, τον ήγονμενον έ'χειν έλαφρόν, άλλ'ον τον εμμέ-
νοντα, Οοπι 1ΐ3βο ϊΐ3 βΐηΐ, νϊ(1βΙΪ8 Ι3ΐιιβη, ΛΓοι·«ί1ϊιιιιι Ειι-

1'ϊρϊ(1θ ΠΙΙΟίΟΓβ 0,113111 Απδίοΐβΐϊ ΙΐΙΪ Ιΐΐπΐΐΐίδδβ, Π31Π ιιί

1ΐ3βο ί^ηοΓ&νβΓΪΙ νΪΓ Ιαηι 3ΐιχϊο (ΙοοΙυβ ηιϊηΐηιβ 0ΓΟ<1ϊ-
Λβπηι. <Ιυΐ'6 3ΐιΙοηι ρι·3βΙη1ϊΙ ΕυπρίαΌπι : βδΐ βηϊιη
ϊη£θηβ βΐ οηηι 0ι-3β03Γαιη Ιι·3£οβ<1;.οΓϋΐη βοπρίοΐ'ϊοιίδ

Ϊ311ΠΐΪ31·ίΐ38, 0,110(1 νβΐ 6Χ ρΓ3606(1θΙΐΙΪΙ)118 ΗοβΙ νβΐ βχ

1ιΐ8, 0,1136 ιηοχ άίοβηΐιιι·, ορΐηβπ.

Τό ανωτέρω χωρίον τοϋ Ούεργιλίου (Α'ινηίδος VII,
στίχ. 689-090) άφορα τοί'ς "Ερνικας, λαόν της μέσης Ιτα-
λίας, ο'ίτινες κατά τόν Ύγϊνον εΐχον χοινήν μετά τών Αι-
τωλών τήν Πελασγικήν καταγωγήV. 'Αλλ' οΰ μόνον οί Αίτοι-
λοί και οί "Ερνικες ήσαν μονοστίβανοι, άλλά χαί ο! Π'/.α-
ταιεϊς, περί ών ό Θουκυδίδης έν βιβλίο) Γ'. κεφ. 22 λέγει.
«Ησαν δ' ενσταλεΐς τε τη οπλίσει κα'ι τον άριοτερόν πόδα
μόνον νποδεδεμένοι ασφαλείας ένεκα της πρός τον πηλόν».

Εικάζω ότι και άλλων μερών της άρχαίας Ελλάδος οί
κάτοικοι Οά εΐχον τό έ'Οιμον τοϋιο ιών μονοσανδάλων η

μονοοτιβάνο>ν, ιδίως δέ εκείνων τών μερών, ένθα ύπάρχουσι
φάραγγες στεναί, εν αΐς πολλάκις ρέει κα'ι ΰδωρ. οί δέ ταύ-
τας ανερχόμενοι ή κατερχόμενοι αναγκάζονται ποτέ μέν
εϊς τήν μίαν, ποτέ δέ εις τήν άλλην όχθην νά βαδίζωσι
και κατά τήν εκάστοτε διάβασιν τοΰ ρύακος μέ τόν ένα
πόδα νά εισέρχονται εις τά νερά και μέ τόν άλλον νά πα-
τώσιν επί εξεχόντων λίθων. "Αστοχος όθεν μοι φαίνεται ή
ανωτέρω περί τών στίχων τοΰ Εύριπίδου παρατήρησις τοϋ
Αριστοτέλους, διότι μάλλον τοϋ ατόμου προαίρεσις είνε.
ποίον πόδα θέλει νά έχη άνάρθυλον και ποίον ύποδεδεμέ-
νον, δέν υπάρχει δέ άμφιΰολία, ότι ή πτώχεια τών κατοί-
κων τοιούτων ορεινών μερών ύπηγόρευε τήν περί τήν
ύπόδεσιν οίκονομίαν ταύτην, καθ' ην έκ περιτροπής νά
χρησιμοποιώσι τό έν ή τό άλλο υπόδημα, ώστε έν τέλει
αμφότερα νά φθαρώσι συγχρόνως.

Έπραγματεύ&ή'ν διεξοδικώς περί τοΰ έϋίμου τούτου τών
μονοσανδάλοιν και μονοοτιβάνων, διόιι μέ/ρι σήμερον διεηώι)η
τοϋιο παρά τοις Σφακιανοϊς της Κρήτης. Κατά τήν έν Κρήτη
δεκάμηνον διαμονήν μου, άπό τών μέσων Μαΐου 1918 μέ-
χρι τών μέσων Μαρτίου 1919, περιηγήθην όλον τό δυτικόν
ήμισυ της Μεγαλονήσου μέχρι τοϋ Λιθυκοϋ πελάγους, πε-
ριέγραψα δέ τάς περιηγήσεις ταύτας εις 19 φυλλάδια τυϋ
Περιοδικού «Εθνική Ζοιή» ("Ετος Α'. αριθ. 2-20) μετά
πολλών εικόνων. Εις τόν Πον αριθμόν (1 Σεπτ. 1921)
έγραψα, ότι ό έξ 'Λσκ.ύφους αγωγιάτης Μανώλης Γ. Βαλήρης
μέ κατεόίβασεν άπό τοΰ χωρίου «Νίμθρος» διά της ψάραγ.
γος της Νίμΰρου εις τούς Κομητάδες κα'ι εις τήν Χώραν τών
Σφακιών, και ότι ούτος εις μέν τόν άριοτερόν πόδα έφόρει
ύψηλόν κρητικόν στιΰάνι, ό δέ δεξιός ητο γυμνός. Εις δέ
τόν 13ον αριθμόν (1 Όκτ. 1921) έγραψα, ότι άλλο κοπέλι
άπό τόν παρά τό ΛιΟυκόν πέλαγος λιμένα «Λουτρόν» μέ
άνεθίΟασεν εις τήν 'Ανώπολιν και οτι και τοϋτο ε'ις τόν
άριοτερόν πόδα έφόρει στιΟάνι, ό δέ δεξιός ήτο γυμνός.

'Αλλ' ού μόνον οί αρχαίοι συγγραφείς άναφέρουσι τό
εθιμον τοϋτο τών μονοσανδάλων, άλλ' νπάρχουοι κα'ι ί'ργα
γλυπτά τών άρχαίοη' παρισιάνοντα μονοσανδάλους. Ό ΑΐΏβ
Ιιιιι^ έν το> 81νΐι1ρΙιΐΓ6ΐι (168 ν3ΐϋν3ηίδθ1ιοιι Μαββιΐιηδ,
Βά II, Ν° σελ. 393. 58Γ) αναφέρει διαφόρους παραστάσεις
μονοσανδάλων ικετών, έχουσας σχέσιν πρός τήν λατρείαν
χθονίων θεοτήτων. Πρβλ. έν τώ ,ΙοιιΐΊΐ3ΐ οί Ηοΐΐβιιίο
δίικίίβδ, νοί. 29 (1908) τό άρθρον της Κθ11ΐ3ΓΪηβ Εδίΐαϊΐβ
«Ό άφ'έστίας», σελ. 1 - 5, πίν. I., έν ώ άποδεικνύεται,
οιι οί άφ' εστίας μυηθέντες Αθηναίοι νεανίαι και είς τήν
ύπηρεσίαν τών έν Έλευσίνι λατρευομένων θεοτήτων άφιε-
ρωθέντες τόν ένα μόνον πόδα εΐχον ύποδεδεμένον πρβλ.
και Ε. Η3ΐΐ86ΐ·, (Ιϊο 8ΐ3ΐηβ άβΐ δοΙιιιΙζίΊεΙιβικΙβιι ϊιη Ρ3-
Ιβζζο Β3Γΐ)βπηϊ έν ^αΙίΓΟδΙιοίΊο ά. οεδίοη·- ατοϊι. Ιη*1ί-
ΙιιΙΟδ ίη Τνϊβη, Ι'ιΐ XVI. (1913) και όρα είς τήν έπομένην
σελίδα τήν εικόνα 15.
loading ...