Arbanitopoulos, Apostolos S.  
Graptai stēlai Dēmētriados-Pagasōn — Athen, 1928

Seite: 160
Zitierlink: i
http://digi.ub.uni-heidelberg.de/diglit/arbanitopoulos1928/0167
Lizenz: Creative Commons - Namensnennung - Weitergabe unter gleichen Bedingungen
facsimile
160

Γ'. Ή περιγραφή τών ατηλών

φυσικώ τω λόγω, και άφήκε το στήθος καΐ τάς χείρας δλως
γυμνάς• φορεί δέ και ίμάτιον πλούσιον, [ΐετά παρυφών, εκ
τών νώτων φερύμενον, και περιβάλλον το κάτω ήμισυ τοϋ
σιόματος μέχρι τοϋ μέσου που τών κνημών εκ τών ενδυμά-
των έκφαίνεται το πρόσθιον τοϋ αριστερού άκρου ποδός εντός
κομψού σανδαλίου, τοϋ τύπου τών σημερινών μετά «φιόγκου»,
ήτοι μετά ταινίας διπλοΰ περιάμματος, πατούν έπι υψηλού
υποποδίου- το δεξιόν σκέλος αποσύρεται πρύς τά οπίσω.

Την πλουσίαν καστανήν κόμην, επιμελώς έκτενισμένην,
και έπ' ολίγον πίπτουσαν προς το μέτοοπον, έ'χει συναγάγει
ε'ις δγκον, δεδεμένον διά ταινίας, όπιοθεν της κεφαλής.

Προεκτείνει δέ οριζοντίως άμφοτέρας τάς χείρας, ϊνα
την μεν δεξιάν επίθεση θωπευτικώς επί της κεφαλής, διά
δέ τής αριστεράς ϊνα έλκυση εκ της χειρός προς έαυτήν,
κοράσιον, πενταετές περίπου, παρασταθέν μεταξύ τών σκε-
λών αυτής, ορθόν ίστάμενον, κατά τον δεξιόν κρόταφον
φορεί δέ τοϋτο χιτωνίσκον λευκόν, βραχύν, άχειρίδωτολ',
άφίνοντα πιθανώς γυμνά τά σκέλη και τους άκρους πόδας
άπό τών γονάτων.

Και αί μεν άλλαι λεπτομέρειαι τοϋ κορασίου δέν έσσχ-
θΐ|σαν. πλην εν μέρει τής πλούσιας και ατημέλητου κόμης,
διετηρήθησαν όμως αί γυμναί χείρες, ας προεκτείνει ισχυ-
ρώς μετά στοργής καΐ πόθου πρύς την μητέρα, προσκλίνον
και τό σώμα, και άπτόμενον τών μηρών εκείνης, ώς διά νά
άνέλθη επί τής αγκάλης αυτής.

"Οπισθεν τής γυναικός ύπάρχουσιν ίχνη βαφών, μη
ανήκοντα είς τό βάθος της εικόνος, άλλ' εις μορφήν θερα-
παίνης, ης όμως αί λεπτομέρειαι έγένοντο τά πολλά έξίτηλοι-
φαίνεται ότι ϊστατο ορθή κατά τον άριστερόν κρόταφον.

Έκ τών περιγραφέντων τούτων συνάγεται ότι μετ' εκ-
τάκτου και βαθύτατα συγκινητικής τρυφερότητος, έξ άλλου
δέ μετά πολλής τέχνης και κομψότητος, άπέδωκεν ό τεχνί-

της θέμα κοινόν τοϋ καθ' ήμέραν βίου: Ό θάνατος τής
νεαράς ταύτης και ωραιότατης, όσον και φιλόστοργου μη-
τρός, δέν ήτο δυνατόν νά έξαρθή περιπαθέστερον καΐ μετά
περισσοτέρας χάριτος έν τη άπ?νότητι αύτοϋ, και νά θίξη τάς
μυχιαιτάτας χορδάς τής ψυχής παντός μή άπεκτηνωμένου
παροδίτου.

Τούτων ένεκα εξέφρασα πολλαχοϋ και έν τοΤς άνω, και
μάλιστα έν τη περιγραφή τών στηλών έν τοις θεσσαλικοϊς
Μνημείυις μου και έν τη Αρχαιολογική Έφημερίδι τοϋ 1908,
την γνώμην ότι οί έν Δημητριάδι βιοτέχναι ζίογράφοι ελάμ-
βαναν τά θέματα αυτών, ή έμιμοϋντο, ή πολλάκις άντέγρα-
φον, έξ είκόνων μεγάλων και ύλ'ομαστώΛ' ζωγράφων, ων
διετήρουν παρ'έαυτοΐς οχετικά αντίγραφα, άτινα οί αρχαίοι
έκάλουΛ' γραφίδας.

Τό δάπεδον τής εικόνος παρεστάθΐ) βαθέως πορφυροϋν,
μετά τίνων μελαίνων γραμμών, τοϋ δέ βάθους αυτής διετηρή-
θησαν λεπτομέρειαι, εμφανείς μάλιστα άνω αριστερά, όπου
διακρίνονται πρόμοχθοι στέγης, ή ξύλιναι παραστάδες, μετά
κιονόκρανων θύρας μεγάλης, άγούσης είς έτερα δαηιάτια
τής γυναικωνίτιδος- ή παράστασις λοιπόν ύπετέθη ώς υποκεί-
μενη είς δωμάτιον έσωθεν τής θύρας ταύτης, ή έπι έξο')-
στου προς την αυλή ν.

Περί δέ της τύχης τής στήλης ταύτης ολίγα μόνον έχω νά εκθέσω"
διότι δέν έλαβον φωτογραφίας τών τμημάτίον τούτων τω 1907,
λόγω τής επιβληθείσης φειδοΰς. περί ης προεΐπον έν σελ. 138. Ή
εϊκ. 191 έποιήθη έκ φωτο/ραφίας, ληφθείσης τω 1912, προ τών επι-
χειρήσεων τοϋ "Οθ. 'Ρουσ., ή δέ εϊκ. 192 έκ φωτογραφίας τοΰ 1915,
οπότε ή στήλη είχε μέν πλυθή τφ 1912, έψεκάζετο δ' έκτοτε διά
τοΰ τονωτικού μου• είναι δ' εμφανές έκ τής συγκρίσεως δτι αμφό-
τερα ταΰτα ωφέλησαν την σιήλην, ήτις έξ ά'λλου έσχε την εΰτυχίαν
νά μή ψεκασθή διά τοΰ θερμοΰ εκείνου οινοπνεύματος, οΰτε διά
τών κυτταροειδών, λόγω τυχαίας λησμοσΰνης.

#'—) Ή στήλη τής Ροδίου ')•

(Πίναξ IX κ«ί είκών 72 τό β- 193• 194).

Άνίδρντος και άνευ άρι&μοϋ εν τινι, ώς προχείρω
Φήκτ] χρησιμευούστ), σκάφη τής Ζ' αίϋΌναης τοϋ Μου-
σείου Βόλου. — Ύψος Ο 543, πλάτος 0.256. πάχος
0.093, τής δέ εικόνος μόνης ϋψος 0.24, πλάτος άνω-
τάτω 0.24. κατωτάτω 0.252. Εύρέ&η τω 1912 έν
τω Γ' πύργω. Νϋν τό πρώτον περιγράφεται ένταϋϋ•α.

Στή/.η τής 'Ροδίον, έκ λευκοΰ καλού μαρμάρου, έκ δύο
μεγάλων τμημάτων και μιας σχίζης συγκολληθεΐσα, ακέ-
ραιος• άνω λήγει είς αέτωμα, άθαθώς άναγεγλυμμένον όλον,
και ουχί, αυτοτελές, ώς συνήθως εμφανίζονται ταύτα αυτο-
τελή επί τών στηλών τούτων αί λεπτομέρειαι τών ακρωτη-
ρίων, ών τό άριστερόν ελλείπει άποσχισθέν, απεδόθησαν
διά βαφής, έτι δέ και τό βάθος αυτών, ό)ς και τοϋ τύμπα-
νου, εΐχον βαφή άρχήθεν βαθέως ερυθρά, διατηρηθέντων
άριστα τών χρωμάτων επίσης τά πλαίσια τοϋ άετοηιατος
διατηροϋσί τι τής παλαιάς βαθείας πράσινης αυτών βαφής,
άριστα δέ διεσώθησαν αί γραπταί γλώσσαι τοϋ κυματίου.

Ευθύς υπό τό γεΐσον έχαράχθη ελαφρότατα και μόλις, τά
δέ λοιπά έγράφη δι* ερυθράς βαφής, ή επιγραφή-ΰψ. γραμμ,
0.005 -0.017, διάστιχ. 0.01 :

'Ρόδιον Κλέωνος
γυνή χαίρε.

') Τό άντίγραφον τοΰ ΖΠΙίβΐ'Οη πατρός φέρει πολλάς παραλεί-
ψεις και σφάλματα, διότι έποιήθη τελευταϊον και μετά τάχους, δέν
έγένετο δέ ύπ' έμοΰ έπαλήθευσις τών λεπτομερειών αύτοΰ προς τό
άρχέτυπον, λόγω επειγουσών άλλων εργασιών μου και μάλισιΤα ένεκα
τής αποτόμου αναχωρήσεως τοϋ προειρημένου άντιγραφέως.

Ύπ' αυτήν άρχεται, προσδιορισθείσα δι' οριζοντίου πορ-
φύρας γραμμής, είκών γραπτή, διήκουσα καθ'όλον τό πλά-
τος τής στή/.ης• παρίσταται δέ γυνή κατακεκλιμένη, ή άπο-
θανοϋσα 'Ρόδιον, επί κλίνης, φερούσης παχύ στρώμα και
τρία πολύχρωμα κεντητά σινδόνια, καταπίπτοντα έμπρο-
σθεν άνισουψώς" οί πόδες τής κλίνης δέν διετηρήθησαν σα-
φώς- μόλις διαφαίνεται ό αριστερός, ώς προς τον θεατήν,
τετορνευ μένος, ό δέ δεξιός φαίνεται ότι παρίστατο κατω-
τάτω έν ε'ίδει κεκυφότος άνθρωπου, ήτοι "Ατλαντος ή
ομοίου, φέροντος τά υπερκείμενα επί τής ράχεως αυτού-
επί τοϋ δεξιοϋ τοξοειδούς άκρου τής κλίνης ύπάρχουσι
δύο παχέα πολύχρωμα προσκεφάλαια, επί δέ τοϋ εδά-
φους, πρύ τοϋ μέσου αυτής, έδηλώθη εΐδύς τι "μακρού
άναβάθρου ή υποποδίου, διά την εύχερεστέραν άνάθασιν επί
τής κλίνης και τήν κάθοδον έξ αυτής- επίσης έπι τοϋ εδά-
φους δεξιά είναι άποτεθειμένον λοξώς καί τι έτερον, όμοιον
ύποποδίω, έρυθρόχρουν άντικείμενον, δυσδιάγνωστον, ίσως
σκεΰός τι.

Αυτή δέ ή 'Ρόδιον παρεστάθη νεαρά, φοροΰσα χιτώνα
άχειρίδωτον, ποδήρη, καλύπτοντα μετά τοϋ ιματίου τό έξη-
πλωμένον κατά μήκος τής κλίνης κάτω ήμισυ τοϋ σώματος
αυτής, μετ' ελαφρός κάμψεως τοϋ δεξιού σκέλους, έν ω
τό άνω ήμισυ αύτοΰ, κατενώπιον παρασταθέν, όρθοϋται
επί τής κλίνης• φορεί δέ καί ίμάτιον κρόκινον, ύπολελυ-
μένον, περιβάλλον τό κάτω ήμισυ τοΰ σώματος άπό τής
όσφύος• οί άκροι πόδες φαίνονται ολίγον. Ή πλούσια
κόμη αυτής παρεστάθη βαθέως καστανή, χωριζόμενη έν

Έτνηώθη τχ, 3• £• 1927.
loading ...