Universitätsbibliothek HeidelbergUniversitätsbibliothek Heidelberg
Metadaten

Hē En Athēnais Archaiologikē Hetaireia [Editor]
Ephēmeris archaiologikē — 1883

DOI article:
Mylōnas, Kyriakos D.: Tria lithina agalmatia ek tēs Akropoleōs
DOI Page / Citation link:
https://doi.org/10.11588/diglit.13161#0116

DWork-Logo
Overview
Facsimile
0.5
1 cm
facsimile
Scroll
OCR fulltext
183

ΑΓΑΛΜΑΤΙΑ ΕΚ ΤΗΣ ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ

184

κοειδεϊς (ΙβΙΙβΠ&Γΐϊ^) κατά τους πόδας (1)· Ιτζί
του χιτώνος φέρει ειίίβλημα έν πτυχαΐς όμαλαϊ'ς
ακριβώς τω σώματι κατά τον άρχαϊκόν τρόπον έ-
φαρμοζόμενον και οιονεί έπικεκολλημαενον, κατερ-
χόμενον δέ μέ/ρι της κοιλιακής χώρας- έπι δέ
της κεφαλής διάδημα πλατύ. Τή αριστερά χειρί
κρατεΓ πτηνόν τι δυσδιάγνωστον, άτε άποκεκομ-
μένον άπό τοΰ μέσου (περιστεράν ;). Ιχνη χρωμά-
των σώζει το άγαλμάτιον, ζρυΟροΰ μεν κατά την
κόμην , τους ύποδεδεμένους πόδας και ένιαχοΟ της
έσΟητος, μέλανος δέ κατά τάς οφρΰς και τους ο-
φθαλμούς, κυανού δέ τέλος κατά τάς σχιδακοειδεϊς
τοϋ χιτώνος πτυχάς.

Ή κόμη , διεσκευασμένη κατά συνΟήκην και έ-
πιτεΟειμένη ώσπερ φενάκη, κατέρχεται όπισθεν μα-
κρά και πλατεία έπι της ράχεως ώσπερ και εις
άλλα αρχαϊκού ρυθμού αγάλματα. Τό μέτωπον
εχει ίκανήν κυρτότητα, είνε '/αμηλον και κλίνει
προς τά οπίσω. Αί οφρύες εινε ουχί μόνον διά χρώ-
ματος, ώς έρρέΟη, αλλά και πλαστικώς δεδηλωμέ-
ναι, σχηματίζουσαι μικράν τινα γωνιώδη εξοχήν
(γεϊ'σα οφρύων). Οί οφθαλμοί είνε σύμμετροι,
προβεβληκότες και έχουσιν κλίσιν ευθείαν προς την
ρΐ'να' οί [Βολβοί αυτών παριστώσι κύρτωσιν έπαι-
σΟητήν, αί δέ κόραι έδηλοΟντο διά χρώματος, οδ
τίνος μικρά τινα ίχνη έσώΟησαν. Τό βλέμμα εινε
αόριστον και έστερημένον εκφράσεως. Ή ρις εχει
έλαφράν τινα καμπήν κατά την ρίζαν, τά δέ πτε-
ρύγια αύτης είνε ίκανώς δεδηλωμένα και τό σφαί-
ριον στρογγύλον.Τά "χείλη είνε έπίμεστα και έ'/ουσι
τό τε φίλτρον και την νύμφην ίκανώς δεδηλωμένα.
Ή κλίσις της προς τον λαιμον γραμμής της σια-
γόνος είνε σχεδόν όριζόντειος. ϊά ώτα είναι μεγάλα
και τεΟειμένα χαμηλά, κλίνουσι δέ πλαγίως ολίγον
και έχουσι τον άκουστικόν πόρον δεδηλωμένον. Αί
παρειαί είνε ευτραφείς μάλλον και σαρκώδεις, τό
δέ πρόσωπον ωοειδές, άλλ' 'όγι και άμοιρον άπο-
στρογγυλώσεώς τίνος. Εχει την έκφρασιν σοβαράν
πως, και ελλείπει άπ' αύτης σχεδόν τό τυπικόν
εκείνο μειδίαμα, μόλις ύπολανΟάνον.

(1) Ό χιτών ούτος διατέμνεται έν τω μέσω Καθέτως Οπό πλατείας
ταινίας όμοιας τή τοΰ χιτώνος τής Δρεσόιανής Αθηνάς, έφ' ής παρα-
τηρούνται ί'χνη χρωμάτων ώστε ουδεμία αμφιβολία δτι παρίστατο
ποτε έπ' αυτής γραπτο'ς τις κόσμος.

Τό δεύτερον των αγαλματίων (υψ. 0,53),έν αρι-
στερά τοΟ όρώντος, τό όποιον έκτος των άλλων κο-
λοβώσεων έ'παΟε πολλάς βλάβας κατά τό πρόσω-
πον (1), έ'χει την κόμην διεσκευασμένην έπίσης κατά
συνΟήκην και περιβεβλημένην ύπό πλατέος διαδή-
ματος, λεπτότερόν τι όμως έΕειργασμένην και κα-
τιουσαν εις πλοκάμους, οίτινες καταπίπτουσιν ένθεν
και ένθεν ανά τρείς έπι τοΟ στήθους. Ή της έσθή-
τος πτύχωσις είνε πλουσιωτέρα και χαριεστερον
έξειργασμένη της τοΰ πρώτου περιγραφέντος ήδη
αγαλματίου. Σώζει δέ τοΟτο και χρώματα ζωηρό-
τατα κατά τε τήν κόμην και κα(Γ ολα τά μέρη της
έσΟήτος, άποβαΐ'νον διά τοΰτο μοναδιχόν (2).

Μετά χάριτος δέ,λεπτότητος και έπιμελείας σπα-
νίας είνε έξειργασμένη μάλιστα ή ώα του έπιβλή-

(1) Τό σφαίριον της ρινός, τοϋ άνω χείλους τά περ'ι τά φίλτρον μέ-
ρη, τοΰ δέ '/άτοι τα περι τήν νύμφην, προσε'τι δέ τής κεφαλής τό πλεί-
στον τ ών βρεγματιν.ών οστών εινε άποκεκρουσμένα.'Αποτριβάς δέ έ'-/ουσιν
οί οφθαλμοί, αί παρεια'ι και τό πηγούνιον (1<ίηη).

(2) Δέν περιεγρά<|αμεν τά χρώματα, διότι γνωστόν τοις πασι τυγ-
χάνει, ότι και ή λεπτομερεστέρα περιγραφή δέν έξαρκεΐ νά δώση και
μετρίαν περι αυτών ϊδέαν. Διό άρκούμεθα νυν νά σημειώσωμεν μόνον
ενταύθα τά κύρια τοΰ αγαλματίου χρώματα, επιφυλασσόμενοι νά δημό-
σιε ύσωμεν εν εΰΟέτω χρόνω και τόποι τήν έγ/ρώματον αΰτοΰ άπει/.ό-
νισιν. Τοτε Οά συνεκδοΟώσιν, ώς έλπίζομεν, εν ΐδίω συγγράμματι κατά
τάς εγχροψάτους απεικονίσεις, τάς όποιας έφιλοπόνησε διά τήν 'Αρ-
χαιολογικήν ημών Έταιρίανή έξησκημένη τοϋ κ. ΟίΠίέΓΟΠ γραφίς,/.αι
πάντα τά λοιπά έγχροιματα πλαστικά έ'ργα τής 'Ακροπόλεοις, όσα ευ-
ρέθησαν κατά τήν γενομένην τό παρελθόν έ'τος άνασκαφήν. Τά κύρια
χρώματα τοΰ αγαλματίου διαιρούνται εις δύο κατηγορίας, τών όποιων
ή μέν προίτη περιλαμβάνει τά ε π ι π ό λ α ι α χρώματα ((ΙοοΙίΓί! τΙιΟΙΐ),
άτινα εινε τό βαθύ πράσινον (νβΓΐ Γοηοί), τό άνοικτόν πράσινον (νβΐΊ
οΙ&ΪΓ), τό βαθύ κυανοΰν (Ιιΐβυ ίοηθ(5) και τό μέλαν (ηοίΐ')' ή δέ δευ-
τέρα τά δευσοποιά (ΟοΙΟΓαΐΐΙϊ), άτινα είνε τό πορφυροΰν (ροΐΙΓ-
ρΐίπη), και τό κίτρινον (]απηθ). Πάντα τά χρώματα ταΰτα μετά τών
διαφο'ροιν αύτών αποχρώσεων (ηΐΐαηοοκ) δίαποιχίλλοοσιν ε'ν αρμονία
θαυμάσια και όντοις ελληνική τήν έσθήτα και τήν κόμην. 'Αλλά και τά

γυμνά τοΰ αγαλματίου μέρη παρέχουσιν ήμΐν τό ένδόσιμον, διά τήν
άκραν μάλιστα τοΰ μαρμάρου λειότητα, νά εϊκάσωμεν ότι ήσαν και
Τ αΰτά ποτε χεν ροιματισμένα δι' έλαφράς τίνος και άμυδρας έπιχρώ-
σεως. Διότι τό άγαλμάτιον κατακεχωσμένον όν επ'ι τοσούτους αιώνας
εις βάθος 5,80 Γ. Μ., δέν ήθελεν βεβαίως διατηρήση οϋδεμίαν στιλ-
πνότητα κατά τά γυμνά μέρη, αν δέν ήτο και κατ' αυτά κεχρωματισμέ-
νον. ΓΙλήν τούτου τήν ε'ικασίαν μας ταύτην, δτι τά γυμνά μέρη ησαν
κεχρωματισμένα, ενισχύει έτι μάλλον και ό αισθητικός λόγος, ό'τι ύπο-
τ εθέντων τών γυμνών μερών αχρωματίστων, Οά προέκυπτεν άντίθεσις
πρός τά ζωηρά τής έσΟήτος χρώματα και διατάραςΊς τής αρμονίας τοδ
ολου χρωματισμού, όπερ εινε ασυμβίβαστον πράς τό λεπτόν αίσθημα
τοΰ καλοΰ τό διακρίνον τους αρχαίους. Σημειωτέον προσέτι, ότι και
σήμερον πολλοί τεχνΐται, όπο^ δώσωσιν εις τά έ'ργα των γλυκύτητα
τινα έκφράσεα>ς, κολάζουσι τό κατάλευκον και άπότομον τοϋ μαρμάρου
χρώμα διά χρωματ'.σμοΰ αμυδρού και λανθάνοντος.
 
Annotationen