Universitätsbibliothek HeidelbergUniversitätsbibliothek Heidelberg
Metadaten

Deutsches Archäologisches Institut / Abteilung Athen [Editor]
Mitteilungen des Deutschen Archäologischen Instituts, Athenische Abteilung — 26.1901

DOI article: DOI Page / Citation link: 
https://doi.org/10.11588/diglit.41307#0052
Overview
loading ...
Facsimile
0.5
1 cm
facsimile
Scroll
OCR fulltext
42

ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

εΰρεσις του πήλινου πίνακος τοΰ δείξαντος ήμίν εικόνα μυστικής
τελετής· θυμιατήριον — κέρνος — λΐκνον.
Θυμιατήριον. "Οτι τω θυμιατηρίω ταυτόσημος ή λέξις έσχαρ'ις ή
έσχάριον οΰδεμία αμφιβολία, πασών των εν τοίς άρχαίοις κειμένοις
μαρτυριών εις τοΰτο συμπιπτουσών. «Έσχάριον κοίλον θυμιατή-
ριον». (Ησύχιος). «Θυμιατήριον... τό δ’ αυτό και έσχάριον, οιμαι,
καλείται, ώς που αμελεί ό μείζων βωμός έσχάρα». (Πολυδ. X 65)
Κέρνος. Έκ τών ύπαρχουσών περ'ι τής λέξεως μαρτυριών — πλήν
μόνης τής παρά τω Σχολιαστή τών Νικάνδρου Άλεξιφαρμάκων, δστις
εν πληθυντική αιτιατική λέγει «κέρνους»— ή εκφορά αυτής έγίνετο
οΰδετέρως, εν φ τής άντιπαρατιθεμένης λέξεως κέρχνος τό γένος
δηλοϋται αρσενικόν.
«Χρυσοί κέρχνοι πέντε». (Επιγραφή έλευσινία [Α'α'ιό, Β'α'
22] εν Έφημ. άρχ. 1895, πίνακες παρένθετοι).
«Τό κέρνος περιενηνοχότες». (λΑθήναιος XI 478d)·
«Κέρνα δε ταΰτα εκαλείτο». (Πολυδ. IV 103) * 2.
Ούτως έχόντων τών τοΰ γένους τών λέξεων κέρνος και κέρχνος,
άς ώς ισοδυνάμους την έννοιαν παραλαμβάνουσι πάντες οι έπι τοΰ
θέματος γράψαντες, απαραίτητον προ παντός ν" άπαλλαχθή τοΰ
περιβάλλοντος σκότους κα'ι τής περί την έννοιαν συγχΰσεως ό κέρ-
χνος. Διότι, εν φ ή έλευσινία επιγραφή, μνημονεΰουσα αναθημάτων
χρυσών κέρχνων, ούδένα παρέχει αυτών ορισμόν, παρά μεν Πολυ-
δεΰκει εύρίσκομεν δνομαζόμενον (άνευ άρθρου) κέρχνον «τον τών
αργυρίων (γραπτέον «άργυρείων») κονιορτόν» (VII gg)3 *, παρά δε

λ Άλλ’ έν ταΐς διακρίσεσι μεταξύ έσχάρας, έσχαρίδος καί έσχαρίου μεγάλη
άκριβολογία δεν χωρεΐ. Πρβ. Αθηναίου V 34 [202]. — Έν τοίς υπό Th.
Homolle (Β. C. Η. 1882 σελ. 1-167) έκδοθεϊσι δηλιακοϊς λόγοις Ιεροποιών έχο-
μεν διακεκριμένα είδη· θυμιατήρια, έσχαρίδας ή έσχάρας καί λιβανωτίδας.
’Ίδε ιδίως τούς στίχους τής β' επιγραφής 28, 30, 93> 97> 155 (θυμιατήρια), 93*
ιιο, 134- S» Ι42*3> 156 (λιβανωτίς), 172 (έσχάρα). La difference, λέγει όρθιος
ο έκδοτης, n’est pas tres gründe entre tous ces termes.
2 Παρ5 Άθηναίω (XI 476 e) έ'χομεν έτι άπαξ την λέξιν κέρνος, άλλ’ άνευ
τοΰ άρθρου. Ωσαύτως δε καί παρ’ Ησυχίαν «κέρνος- στεφανίς, αγγεία κερα-
μέα».— Κέρνεα, ούχί κέρνα, ήτοι κέρνεια, ονομάζει δ Ησύχιος «τα τή μητρί
τών θεών έπιθυόμενα», δηλαδή τό περιεχόμενον, ούχί τό περιέχον. Άλλα
καί τοΰ ουδετέρου «κέρνος» ή ασυναίρετος πληθυντική ονομαστική ούτως
έξενεχθήσεται.
3 Άξιον σημειώσεως, διά τό έτυμον, δτι κέγχρος παρά τοίς άρχαίοις έσή-
μαινε πασπάλην, πρός δήλωσιν τών έλαχίστων μορίων, κεγχρεών δε υπήρχε
 
Annotationen