Deutsches Archäologisches Institut / Abteilung Athen [Editor]
Mitteilungen des Deutschen Archäologischen Instituts, Athenische Abteilung — 26.1901

Page: 44
DOI article: DOI Page: Citation link: 
https://digi.ub.uni-heidelberg.de/diglit/am1901/0054
License: Free access  - all rights reserved Use / Order
0.5
1 cm
facsimile
44

ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ

(των ζώων) επτά τραχύτητες άνεστάσιν, ών δυο μεν .... καλούνται
κυνόλοφα, κέρναι δέ αί πλάγιοι δυο». Πρβ. και τό παρ’ Ησυχία)
(εν τη λέξει): «κέρχνη ... τα (ν)ώτα των ιχθύων».
Άλλ’ ίσως δφείλομεν νά μη άφήσωμεν άδήλωτον και την υπό-
νοιαν μήπως έν ταΐς συγκεχυμέναις ιδέαις τοϋ περί τάς μυστικός
τελετάς, ιδίως μάλιστα τάς δρφικάς, πολυπραγμονοΰντος δεισιδαίμο-
νος πλήθους, τοΰ χειρώνακτος λεώ, κατά τον ποιητήν, κα'ι είδικώτε-
ρον των γυναικαρίων, τό όνομα τοΰ κέρνου ένομίζετο καταγόμενον
από τής μαρτυρουμένης συμμίξεως κα'ι κεράσεως έν τή θεοφιλεΐ
θυσία, περί ής τά υπό Rubensohn παρατιθέμενα αρχαία χωρία1.
Λΐκνον. "Ότε ό τοϋ Πλάτωνος Σχολιαστής λέγει- «κέρνος δέ τό
λικνον, ήγουν τό πτΰον έστίν», συγχέει λέξεις κα'ι έννοιας.
Λικνον μεν ό κάνης, τό κάνουν (Πολυδεύκης, I 33» VI 8χ. —
Ησύχιος, έν τή λέξει). Λικμός δέ τό πτΰον (ΗΙσΰχιος, υπό τήν λέξιν
ύπ’άρ. ig, «λικμω- πτύω», έκ των Ο"—Άμώς g, 9), τό άλλως λικ-
μητήριον (Ήσυχ. έν τή λέξει), τό καθ’ ημάς λιχνιστήριον 2.
Αλλά φαίνεται δτι κα'ι κατά τους παλαιούς χρόνους, τους μεταγε-
νεστέρους, συνεχείτο ή έννοια λίκνου καί λικμοϋ, διότι καί ό Σουΐδας
(έν λέξεσι λεικνον καί λΐκνον) λέγει ότι ή λέξις σημαίνει κόσκινον ή
πτΰον, δπερ ευεξήγητου, διότι έν τοΐς άλωνίοις τό έργον τοΰ όδον-
τωτοΰ πτυαρίου, τοΰ λικμιστηρίου, τό τοΰ σίτου καθαρκτικόν, συμ-
πληροΐ τό κόσκινον.
Κατά ταΰτα, οΰτε τό λικμητικόν τοΰ καρποΰ κόσκινον οΰτε τό πτΰον
έκληπτέον ώς λΐκνον, τό υπό τοΰ Σχολιαστοΰ τοΰ Πλάτωνος διακριθέν
υπό τό όνομα κέρνος, άλλ’ έξομοιωτέον προς τό κανοΰν (κάνιστρον,

> ’Ίδε τά υπό Σκιά έν σ. ig περί τούτου λεγάμενα καί πρβ. τά παρ’Ήσυχίω
«κερώ· κεράσω, τελειώ», τήν έν τω υπό Rubensohn μνημονευόμενα) έπιγράμ-
ματι λέξιν «κερνάς» καί τά ρήματα κεραννυω καί κιρνώ.
2 Παρ’ Ήσυχίω (μεταξύ λείκρικα καί λείκνοισι προστρέπεσθε) ϊδε' ύπ’ άρ.
23 τήν λ. «λείκνα- κανά, έν οίς τά λήϊα έπετίθεσαν, ούτως δέ έ'λεγον τούς πύρι-
νους καρπούς».—Ή συνήθεια σήμερον, κατά μετατροπήν τοϋ μϋ εις νϋ καί τοΰ
κ εις χ, λέγει λιχνίζω, λιχνιστήριον αντί λικμίζω, λικμιστήριον. Τό λικμίξω
παλαιόν, καθ’Ησύχιον έν λ. «λικμίζει- άλοά» κακώς υπό τοϋ έκδοτου άμφι-
βαλλομένη. I Ιάλαι δ’ ήδη μαρτυρεΐται λικνίζει αντί τοΰ λικμίζει έν τή αυτή
έννοια (ϊδε τά λεξικά). ’Έλεγον δέ καί κατά μετάθεσιν οί παλαιοί νΐκλον ή
μετά διφθόγγου νεΐκλον καί οί Μεγαρεΐς νεικλητήρ (Ησύχιος έν ταΐς λέξεσι
«λικμητήρ» καί «νεικλητήρ» καί Σουΐδας έν τή λ. λικμητήρ). «Λικμώ, διά τοΰ
κ, έπί τής άλω, λιχμήσονται διά τοΰ χ αντί τοΰ λείξουσι» (Σουΐδας, έν λ. «λικ-
μήσονται»).
loading ...