Österreichisches Archäologisches Institut [Editor]
Forschungen in Ephesos (Band 1): Forschungen in Ephesos — 1906

Page: 251
DOI Page: Citation link: 
https://digi.ub.uni-heidelberg.de/diglit/fie_bd1/0276
License: Public Domain Mark Use / Order
0.5
1 cm
facsimile
251

έκ τοΰ ναού της Άρτέμιδος στήλαι οκτώ1)· καί αί μεν τέσσαρες έν
τοΐς τού Ταύρου μέρεσιν έν τοΐς παλαιοΐς παλατίοις προετάγησαν
στήναι, Κωνσταντίνου καί Ίουλιανοΰ καί τής γυναικός αυτού καί των
υιών αύτού καί Γάλλου, αί δε τέσσαρες έν τώ τής χαλκής εύωνύμφ
μέρει. ένθα καί σταυρός υπό Ιουστινιανού έπεπήγει καί στήλη χρυσεμ-
βαφής Βελισαρίου καί Τιβερίου καί τοΰ κουρτοειδοΰς Θριγκός καί
Ιουστινιανού, ό πρώτος λεπτοειδής. καί των συγγενών αύτού στήλαι
έπτά, αί μεν από μαρμάρων, αί δέ χαλκαΐ. καί δύο ίπποι, οί έπάνω
τών γογρονοειδών ίστάμενοι έν τή άψΐδι· καί ούτοι έκ τής Άρτέμιδος
ναού από Εφέσου ήχθησαν υπό Ιουστινιανού τού κτίσαντος τήν αγίαν
Σοφίαν, καί έστήλωσεν αυτά διά τό μή άντιζηλεΐν τούς ίππους, δμοίως
καί τόν σταυρόν διά τό έδραΐον. Καί Μαξιμίνου στήλη έν αύτφ ίσταται
βαρυτάτη, ένθα νΰν καί τό γένος άπαν τοΰ μεγάλου Θεοδοσίου υπάρχει,
καί τοΰ Μαυρικίου καί τής γυναικός αύτού καί τών τέκνων ϊστανται.
Ι79· Pausanias X 26, 6:
. . . . έν Άρτέμιδος τής Έφεσίας Καλλιφών δ Σάμιος Πατρόκλφ
τοΰ θώρακος τά γύαλα άρμοζούσας έγραψε γυναίκας.
ι8ο. Plutarchus Quom. adul. ab am. internosc. 58 d:
Άπελλής μέν γάρ δ ζωγράφος, Μεγαβύζου παρακαθίσαντος αύτφ
καί περί γραμμής τι καί σκιάς βουλομένου λαλεΐν, 'όρφς’, έφη, 'τά
παιδάρια ταυτί τά τήν μηλίδα τρίβοντα; πάνυ σοι προσείχε τόν νοΰν
σιωπώντι, καί τήν πορφύραν έθαύμαζε καί τά χρυσία· νΰν δέ σου
καταγελφ περί ών ού μεμάθηκας άρξαμένου λαλεΐν’.
ι8ι. Plutarchus de tranquill. an. 471 f:
Μεγάβυζον δέ τόν Πέρσην εις τό ζωγραφεΐον άναβάντα τό Άπελλοΰ
καί λαλεΐν έπιχειρήσαντα περί τής τέχνης έπεστόμισεν δ Άπελλής
είπών 'έως μέν ήσυχίαν ήγες, έδόκεις τις είναι διά τά χρυσία καί τήν
πορφύραν, νυνί δέ καί ταυτί τά τρίβοντα τήν ώχραν παιδάρια κατα-
γελα σου φλυαροΰντος.’
182. Aelianus var. hist. II 2:
Μεγαβύζου ποτέ έπαινοΰντος γραφάς εύτελεΐς καί άτέχνους, έτέρας
δέ σπουδαίως έκπεπονημένας διαψέγοντος, τά παιδάρια τά τοΰ Ζεύξιδος
τά τήν μηλιάδα τρίβοντα κατεγέλα. δ τοίνυν Ζεύξις έφατο· 'όταν μέν
σιωπφς, ώ Μεγάβυζε, θαυμάζει σε τά παιδάρια ταΰτα· δρφ γάρ σου
τήν έσθήτα καί τήν θεραπείαν τήν περί σέ· δταν γε μήν τεχνικόν τι
θέλης είπεΐν, καταφρονεί σου. φύλαττε τοίνυν σεαυτόν ές τούς έπαινου-
μένους, κρατών τής γλώττης καί ύπέρ μηδενός τών μηδέν σοι προση-
κόντων φιλοτεχνών’.
ι83. Aelianus var. hist. II 3:
Αλέξανδρος θεασάμενος τήν έν Έφέσφ εικόνα έαυτοΰ τήν ύπό
Άπελλοΰ γραφεΐσαν ούκ έπήνεσε κατά τήν αξίαν τού γράμματος,
έσαχθέντος δέ τοΰ ίππου καί χρεμετίσαντος πρός τόν ίππον τόν έν τή
είκόνι ώς πρός αληθινόν καί έκεΐνον 'ώ βασιλεύ’ είπεν δ Άπελλής,
'άλλ’ δ γε ίππος έοικέ σου γραφικότερος είναι κατά πολύ.’
184. Aelianus nat. an. IV 50:
Οί ίπποι, τάς κάτω βλεφαρίδας ού φασιν αύτούς έχειν. Άπελλήν
οδν τόν Έφέσιον αιτίαν λέγουσιν έχειν, έπεί τινα ίππον γράφων ού
παρεφύλαξε τό ίδιον τοΰ ζφου. οι δέ ούκ Άπελλήν φασι ταύτην τήν

αιτίαν ένέγκασθαι, αλλά Μίκωνα, αγαθόν μέν ανδρα γράψαι τό ζφον
τούτο, σφαλέντα δ’ οδν ές μόνον τό είρημένον.
ι85. Ptolemaeus nov. hist. I (Westerm. Myth. p. 182, 10):
εφεξής δέ περί Αλεξάνδρου τοΰ βασιλέως φησίν, ώς έν Έφέσφ
θεασάμενος Παλαμήδην δολοφονούμενον έν πίνακι έθορυβήθη, διότι
έφκει τφ δολοφονουμένφ Άριστόνεικος δ σφαιριστής Αλεξάνδρου·
τοιοΰτος γάρ ήν Αλέξανδρος τά ήθος, έπιεικής καί φιλέταιρος2).
ι8ό. Plutarchus de Alex. Magni fort, aut virt. 335 a:
ήν δέ καί Άπελλής δ ζωγράφος καί Λύσιππος δ πλάστης κατ’
Αλέξανδρον* ών δ μέν έγραψε τόν κεραυνοφόρον ούτως έναργώς καί
κεκραμένως, ώστε λέγειν, δτι δυοΐν Άλεξάνδρων δ μέν Φιλίππου γέγονεν
ανίκητος, δ δ’ Άπελλοΰ αμίμητος.
187· Plutarchus de Is. et Osir. 360 d:
εδ δέ καί Λύσιππος δ πλάστης Άπελλήν έμέμψατο τόν ζωγράφον,
δτι τήν Αλεξάνδρου γράφων εικόνα κεραυνόν ένεχείρισεν αύτός δέ
λόγχην, ής τήν δόξαν ούδέ είς άφαιρήσεται χρόνος αληθινήν καί ιδίαν
οδσαν.
ι88. Plutarchus Alex. 4:
Άπελλής δέ γράφων τόν κεραυνοφόρον ούκ έμιμήσατο τήν χρόαν,
αλλά φαιότερον καί πεπινωμένον έποίησεν. Τίν δέ λευκός, ώς φασιν*
ή δέ λευκότης έπεφοίνισσεν αυτού περί τό στήθος μάλιστα καί τό
πρόσωπον.
189. Cicero in Verr. IV 135:
Quid arbitramini Reginos .... merere veile, ut ab iis
marmorea Venus illa auferatur?.quid Ephesios, ut
Alexandrum <amittant>?
190. Plinius maior XXXV 92:
pinxit [Apelles] et Alexandrum Magnum fulmen tenentem
in templo Ephesiae Dianae viginti talentis auri. digiti eminere
videntur et fulmen extra tabulam esse — legentes meininerint
omnia ea quattuor coloribus facta — manipretium eins tabulae
in nummo aureo mensura accepit, non numero. pinxit et
megabyzi sacerdotis Dianae Ephesiae pompam.
eiusdem arbitrantur manu esse et in Dianae templo Herculem
aversum, ut, quod est difficillimum, faciem eius ostendat
verius pictura quam promittat.
191. Tzetzes Chil. VIII 398:
Καί ουτος δ Παβ>£άσιος ζωγράφος έξ Εφέσου,
Πολλάς καί άλλας γράψας μέν έντέχνως ζωγραφιάς,
Λύτόν τε τόν Μεγάβυζον έν τόποις τοΐς Εφέσου,
"Ονπερ ίδών Αλέξανδρος δ μέγας δ Φιλίππου,
Καί Ζεύξιδος Μενέλαον δν έφην χοηφόρον,
Τιμάνθους Παλαμήδη τε κτεινόμενον είκόνι
,Σύρρ’ έχύθη ψυχήν, πουλύς δέ μιν έσχ’ ορυμαγδός',
Αίσχρίων ώσπερ έγραψεν έν ταΐς Έφημερίσιν.
'Ο δέ Λίσχρίων ουτος ήν γένει Μιτυληναΐος,
Καί έπη καί ιάμβους δέ σύν άλλοις πόσοις γράψας.

Vgl. Urlichs, Skopas’ Leben und Werke S. 242; J. P.
Richter, Quellen der byzantinischen Kunstgeschichte 269 ff.
Der wirre, wahrscheinlich auch von den Schreibern miß-
handelte Bericht des Codinus bietet große Schwierigkeiten
(vgl. 106 und 117; 395 — 397); insbesondere bedürfte einer

Aufklärung die Frage, ob die hier erwähnten στήλαι οκτώ
mit den in Stelle 117 genannten δκτώ πράσινοι κίονες insge-
samt oder zum Teil identisch sein können oder eine andere
Konfusion vorliegt.
2) Vgl. Photius Biblioth. 190 und Stelle 191.
loading ...